Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εις εαυτόν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εις εαυτόν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

7/13/2008

49. Εις εαυτόν (γ')


Εις εαυτόν (γ’)
(ή, Μιά ευχή για τον Μάνο)


Στο ξενοδοχείο όπου περιστασιακά εργάζομαι τόσα χρόνια, –έτσι, για να την σπάω στην κάρτα ενεργείας που κουβαλάω στο πορτοφόλι μου από το 2000–, καλύπτοντας ουσιαστικά τις άδειες του μόνιμου προσωπικού, γνωρίζω κόσμο και κοσμάκη: Απλοί οικογενειάρχες με την φαμελιά τους, που ένας Θεός ξέρει πως βρέθηκαν στην μικρή Ξάνθη· αντιπρόσωποι, που με αγωνία ρωτάνε εάν έχει χώρο στο παρκινγκ για να βάλουν εκεί το αυτοκίνητό τους ώστε να μην ανησυχούν για τα εμπορεύματα που έχουν μέσα· ερωτευμένα ζευγαράκια, που το βλέμμα τους αδυνατεί να κρύψει τον πόθο και την λαχτάρα που καίει στις ψυχές τους, και που χαμογελούν αμήχανα όταν (για τυπικούς λόγους) τους ζητάω να δω μιά ταυτότητα· απελπισμένοι άνδρες που ζητάνε ένα δωμάτιο για λίγες ώρες για να νιώσουν ποθητοί κι ερωτεύσημοι, χάρη στις θυσίες και το δόσιμο μιάς «επαγγελματίας» ερωμένης· ξένοι τουρίστες, που εξερευνούν τα λιγότερα γνωστά μέρη της Ελλάδας, και που μου διηγούνται εκστασιασμένοι τον ενθουσιασμό τους για τις ομορφιές της μικρής αυτής χώρας, χωρίς να γνωρίζουν πως οι κάτοικοί της αγωνίζονται καθημερινά να την καταστρέψουν. Μεταξύ όλων αυτών κι άλλων πολλών, προχθές γνώρισα και τον Μάνο.


[ Πηγή εικόνας ]


Ο Μάνος είναι ένα όμορφο παλικάρι, που φορούσε ένα τζίν παντελόνι με το ένα μπατζάκι τυλιγμένο ψηλά μέχρι τον μηρό κι ανοιχτό καρό πουκάμισο με μιά μαύρη μπλούζα από κάτω. Φορούσε στον λαιμό την αλυσίδα που το φορέθηκε μικρό, όταν έλαβε (χωρίς να ρωτηθεί) το όνομά του σε μιά κολυμβήθρα, και μαύρα γυαλιά πάνω στα μαλλιά του. Τέλος, στο πόδι του, εκείνο του οποίου το μπατζάκι ήταν γυρισμένο κι ανεβασμένο μέχρι τον μηρό, ήταν καλυμμένο με μία μεγάλη λευκή γάζα, κολλημένη με ταινία. Αυτός ήταν κι ο λόγος που είχε κατέβει από το δωμάτιό του στην ρεσεψιόν: να ζητήσει λίγη ταινία από το φαρμακείο, επειδή η γάζα ξεκολλούσε σιγά-σιγά.

Έψαξα, μα με έκπληξη διαπίστωσα πως στο φαρμακείο του ξενοδοχείου, εξών του οξυζενέ, βαμβακίου, και ολίγων ασπιρίνων, δεν υπήρχε τίποτ’ άλλο, έτσι του έδωσα το σελοτέιπ του γραφείου σαν προσωρινή λύση.

Ο Μάνος, είχε ένα βλέμμα ανθρώπου που ήταν ελαφρώς χαμένο στο διάστημα. Μισόκατεβασμένα βλέφαρα, βαριεστημένη φωνή και μία ελαφρά ταλάντωση στο σώμα του. Το μυαλό μου πήγε αμέσως στην σκέψη πως ο Μάνος ήταν –τί άλλο;– ναρκομανής.

Η πρώτη μου σκέψη ήταν να του δώσω ό,τι θέλει και να τον ξαποστείλω αμέσως πίσω στο δωμάτιό του. Αυτό θα έκανε –και ήθελε να κάνει– ο παλιός ο Περικλής. Ο Μάνος όμως, εξών του σελοτέιπ, έκανε και μιά άλλη ερώτηση: «Που μπορώ να βρώ έναν καφέ;». Του απάντησα πως τέτοια ώρα ήταν λίγο δύσκολο, μιάς και το μπαρ του ξενοδοχείου είχε κλείσει στις δέκα. Ο τρόπος όμως που μου το ζήτησε, η απλότητα, αυτό το κάτι που δεν ξέρω πώς να το περιγράψω, αυτό που είναι μιά τόσο γαμημένα απλή ικεσία, με έκανε να λυγίσω, με έκανε να τον λυπηθώ. Έτσι, πήρα το ρίσκο.

«Θα πάω εγώ να σου κάνω έναν φραπέ —άμα θέλεις. Είναι το μόνο που μπορώ να σου φτιάξω τέτοιαν ώρα. Αλλά θα κάτσεις δυό λεπτά μπροστά στην ρεσεψιόν, να μην είναι μόνη κι έρθει κανένας». Όπερ κι εγένετο.

Έφυγα στο πίσω μέρος του ξενοδοχείου, στην κουζίνα, αφήνοντας το «πρεζόνι» μόνο του στην ρεσεψιόν, με το ταμείο, τα κινητά μου τηλέφωνα κι ό,τι άλλο, εκτεθειμένα στις ορέξεις του. Όταν επέστρεψα μετά από λίγο με τον καφέ, τον βρήκα στην θέση που τον άφησα· στην θέση τους ήταν και το ταμείο και τα κινητά κι όλα. Έτσι, ένοιωσα την πρώτη επιβεβαίωση πως δεν έπραξα λάθος που τον εμπιστεύθηκα, και ταυτόχρονα, το πρώτο χαστούκι που μου θύμισε πως όλοι, λίγο πολύ, είμαστε ρατσιστές κι έχουμε τις προκαταλήψεις μας.

Ο Μάνος έκατσε τον καναπέ μπροστά στην ρεσεψιόν που υπάρχει για τους πελάτες, στρίβοντας το τσιγάρο του και προσπαθώντας να πιάσει συζήτηση μαζί μου με γνωστές ατάκες του τύπου: «Ωραία η πόλη σας», «Δουλεύεις καιρό εδώ;» «Εγώ ’μαι από ’Σαλονίκη» κ.λπ. Εγώ, επιφυλακτικός στην αρχή, δεν συμμετείχα ενεργά, μετά από λίγο όμως, άρχισα να ανοίγομαι. Σύντομα, κατέφθασε κι ένας φίλος μου, περαστικός που σταμάτησε για λίγο να με δεί, και μπήκε κι αυτός στην συζήτηση. Ο Μάνος, όσο περνούσε η ώρα, ανοιγόταν σε ’μάς όλο και πιό πολύ.

Ο Μάνος είναι είκοσι οχτώ ετών, γέννημα θρέμμα Θεσσαλονικιός, από την Κάτω Τούμπα, και ήρθε στην Ξάνθη για να κάνει ένα (ακόμη) τατουάζ στο πόδι του· «Εδώ», μας λέει, «ο μάστορας είναι από τους καλύτερους!» Μας έφερε κάποια στιγμή κι ένα βιβλίο-λεύκωμα με νεράιδες, ξωτικά και τέτοια, για να μας δείξει το σχέδιο που του «χτύπησαν». Άρχισε να μας μιλάει για την ζωή του: Για την κοπέλα του με την οποία έχει σχέση εδώ και πέντε χρόνια, κι ανέχεται όλες τις «μαλακίες» του. Για την ενεργεία που τον μαστίζει και για τα... προβλήματα υγείας του.

Σύντομα καταφθάνει κι άλλος ένας φίλους μου, που αμέσως συμμετέχει κι αυτός ενεργά στην συζήτηση. Σύντομα, ο Μάνος νιώθει αρκετά καλά για να μας εκμυστηρευτεί το πρόβλημα της υγείας του: «Σε έναν μήνα, μπαίνω στην Ιθάκη», μας είπε, επιβεβαιώνοντας αυτό που η παρέα ήδη γνώριζε. Μας είπε για το πώς ξεκίνησε στα δέκα οχτώ του, από μαγκιά, γιατί κάποιοι «φίλοι» του το πρότειναν. Δέχτηκε την «επίθεση» του φίλου μου, που του είπε πως κατά την δική του άποψη, δεν υπάρχει: «με παρέσυραν· ήθελες και δοκίμασες!» Αντέκρουσε όμως λέγοντας ότι, όπως όλοι, απλά δεν πίστευε πως θα κολλούσε· πως ήταν δυνατός και θα μπορούσε να το κόψει όποτε ήθελε... για να καταλήξει δέκα χρόνια μετά να είναι κολλητός με την ηρωίνη.

Η συζήτηση αποκτάει εντελώς προσωπικό χρώμα, με εκμυστηρεύσεις εκατέρωθεν που φέρνουν τις ψυχές μας πιό κοντά. Ο Μάνος αναθαρρεύει, μαθαίνοντας από τις διηγήσεις μας, πως γνωρίζουμε από πρώτο χέρι ανθρώπους που είχαν βρεθεί στην θέση του και που σήμερα είναι υγιέστατοι, πλήρως απεξαρτημένοι (πάνω από δέκα χρόνια) και ευτυχισμένοι με τις ζωές τους.

Η ώρα περνάει και το ρολόι δείχνει δύο παρά μετά τα μεσάνυχτα, και σύντομα οι φίλοι μου αναχωρούν, αφήνοντας με μόνο μου με το «πρεζόνι», που αστειευόμενος και με χαμηλωμένη φωνή τους ψιθυρίζω: «Μη μ’ αφήνετε μόνο μου μαζί του!» (κάτι που δυό ώρες πριν, ίσως να το εννοούσα πιο σοβαρά).

Οι συζήτηση προχωράει, και ιστορίες ζωής ανταλλάσσονται. Μου μιλάει για τότε που ήταν μικρός, κι ο αδερφός του, δέκα μόλις χρόνων, διαγνώστηκε με λευχαιμία κι έλειψε έναν χρόνο στην Αγγλία για θεραπεία, με πιθανότητες πενήντα-πενήντα (τελικά τα κατάφερε και είναι σήμερα ένα παλικάρι 25 Μαϊων γεμάτο ζωή· το άλλο παιδί στο ίδιο δωμάτιο δεν τα κατάφερε). Μου μιλάει για το πρώτο του τατουάζ στα δεκάξι, όταν ήθελε να εντυπωσιάσει μιά κοπέλα· για τις παρέες, την πρώην δουλειά του σε κατάστημα οπτικών (και την απόλυσή του λόγο του προβλήματος με τα ναρκωτικά), και για το λύκειο που δεν έβγαλε ποτέ.

Ο Μάνος φοβάται... Φοβάται μήπως δεν τα καταφέρει, μήπως τελικά καταστρέψει τελειωτικά την ζωή του, την ζωή των γονιών του και των άλλων αγαπημένων του. «Η Ιθάκη είν’ η τελευταία μου ελπίδα», μου λέει, «Πρέπει να τα καταφέρω».

Η ώρα περνάει και το ρολόι δείχνει τρείς παρά τέταρτο. Πολλά έχουν ειπωθεί εκατέρωθεν, κι ο Μάνος δείχνει λίγο ανακουφισμένος κι αναπτερωμένος. «Καιρό είχα να απολαύσω έτσι μιά συζήτηση», μου λέει, «ιδίως από κάποιον που ξέρει πως είμαι μπλεγμένος με ναρκωτικά».

Όταν έρχεται η ώρα να ανέβει στο δωμάτιό του και να χωρίσουν η δρόμοι μας, μιάς και δεν θα τον ξαναδώ (μάλλον;), μου ζητάει να του δώσω τον αριθμό του κινητού μου τηλεφώνου. Για ένα δευτερόλεπτο το μυαλό μου κωλώνει· μου λέει να μην δώσω κάτι τόσο προσωπικό σ’ ένα «πρεζόνι». Η σκέψη αυτή σύντομα φονεύεται από την συνείδησή μου, που μου φωνάζει δυνατά πως ξέρω καλά πως ο Μάνος δεν είναι κακός άνθρωπος, ούτε θέλει κάτι από εμένα. Θέλει απλά να θυμάται πως γνώρισε κάποτε έναν νεαρό σ’ ένα ξενοδοχείο στην Ξάνθη, με τον οποίον μίλησε κι αντάλλαξε κουβέντες· στον οποίον είπε πολλά από την ζωή του· εκμυστηρεύτηκε τις φοβίες, τα άγχη και τις ελπίδες του· που του πρόσφερε καφέ, παρ’ ότι γνώριζε πως ήταν «πρεζόνι».

Δεν τόλμησα να του ζητήσω κι εγώ από την πλευρά μου τον αριθμό του. Πιστεύω πως δεν θα έχω νέα του... Αν και... κάτι μέσα μου με κάνει να ελπίζω. Ονειρεύομαι πως κάποια στιγμή, σε ανύποπτο χρόνο, θα λάβω ένα μήνυμα από άγνωστο αποστολέα που θα λέει κάτι του τύπου: «Είμαι έξω, κι είμαι καθαρός. Και για πρώτη φορά νομίζω πως είμαι κάτι ωραίο, κάτι σωστό, κάτι που αξίζει να υπάρχει» ή «Είμαι/λέω να κατέβω Ξάνθη, και δεν σ’ έχω ξεχάσει, και θά ’θελα να πιούμε έναν καφέ μαζί αν θέλεις»... ή ο,τιδήποτε, αρκεί να είναι κάτι μου γνωστοποιήσει πως είναι καλά, πως το παλεύει.

Φίλε Μάνο... άγνωστο εσύ αγόρι, που έχασες λίγο το μονοπάτι σου από τις αναθυμιάσεις μιάς ψυχοκτόνας ζωής και μιάς παραπαίουσας κοινωνίας που βαδίζει στο σκοτάδι και φονεύει τα παιδιά της για να θρέψει τα χούφταλά της, μην φοβάσαι.


[ Πηγή εικόνας ]


Είσαι ένα υπέροχο πλάσμα, που όπως όλοι, δεν γεννήθηκες επί ματαίω. Γεννήθηκες για να ζήσεις, και θα ζήσεις! Θα τα καταφέρεις —πρέπει! Όχι γιατί θα στεναχωρηθούν οι γονείς σου άμα «φύγεις», όχι γιατί θα κλάψει η κοπελιά σου, όχι γιατί «πρέπει»... Αλλά γιατί το οφείλεις στον εαυτό σου! Ό,τι κι αν υπάρχει (ή δεν υπάρχει) πέρα από τον «θάνατο» της σάρκας, θα το μάθεις, αργά ή σύντομα. Δεν υπάρχει λόγος να επισπεύσεις το αναπόφευκτο. Μπορείς όμως να απολαύσεις αυτά που σου προσφέρονται τώρα· σήμερα. Θα ήταν κρίμα να μην τα γνωρίσεις· δέ θά ’ταν;

Φίλε Μάνο, για εσένα κάνω μιά ευχή: να τα καταφέρεις. Και σ’ ευχαριστώ κι εγώ από πλευράς μου, γιατί βλέποντάς σε, είδα κι ένα κομμάτι του εαυτού μου να ανακλάται επάνω σου: τον αυτοκαταστροφικό μου εαυτό. Μου θύμησες πως κι εγώ, όπως όλοι μας, είμαστε σκλάβοι κι εξαρτημένοι από κάτι —υπερβολικά λιγοστοί οι πραγματικά απεξάρτητοι! Μου θύμισες πως κι εγώ, όπως κι εσύ, είμαστε ουράνια παιδιά που χαθήκαμε στο σκοτεινό δάσος, και κλαίγοντας ψάχνουμε το μονοπάτι που θα μας οδηγήσει πίσω στην ζεστή αγκαλιά απ’ όπου ήρθαμε· το ξέρουμε πως υπάρχει, είναι ανεξίτηλα χαραγμένο στο πίσω μέρος του συλλογικού υποσυνείδητου. Το σκοτάδι μας τρομάζει, ο φόβος μας, μας κάνει να ξεχνάμε καμιά φορά τις αέρινες ιδιότητές μας, και για να επιβιώσουμε επιβουλευόμαστε τις ιδιότητες των θηρίων του δάσους, και γινόμαστε το ένα και τ’ αυτό με αυτά.

Έτσι κι εγώ, έτσι κι εσύ, έτσι κι όλοι μας... Χαμένοι μέσ’ το δάσος ψάχνουμε στο τέλος, όχι απλώς την αγκαλιά που μας έλειψε, αλλά και τον χαμένο μας εαυτό που αφήσαμε κάπου πίσω μας... και μας λείπει τόσο πολύ, μα τόσο πολύ, που μερικές φορές θέλουμε να βάλουμε (και βάζουμε) τα κλάματα.

Εύχομαι να τον βρεις τον χαμένο σου εαυτό Μάνο, εύχομαι να τον βρεις... Όπως εύχομαι να τον βρω κι εγώ· να τον βρούμε κάποτε όλοι μας. Γιατί μας αξίζει η αγάπη, φίλε Μάνο, είμαστε όλοι παιδιά της, και μας αγαπάει όλους... Απλά καμιά φορά το ξεχνάμε... και χανόμαστε...

—ΤΕΛΟΣ—


Όποιος θέλει, μπορεί να αφήσει το σχόλιό του· με σεβασμό στον εαυτό του και στον συνάνθρωπό του. Σας ευχαριστώ που διαβάσατε το κείμενό μου.

Τάδε έφη,
© Ναυτίλος Του Διαδικτύου (Περικλής Πασχίδης)

6/21/2008

42. Εις εαυτόν (β’)


Εις εαυτόν (β’)


Σήμερα είναι μία καταπληκτική ημέρα. Ο ήλιος μεσουρανεί και κυριολεκτικά καίει τα πάντα. Η θερμοκρασία στο θερμόμετρο της βεράντας του σπιτιού όπου ζω, λέει τριάντα τέσσερις βαθμούς Κέλσιου υπό σκιάν· φαντάσου έξω ντάλα στον ήλιο τί γίνεται.

Μου αρέσει όταν κάνει ζέστη (καύσωνα το λένε θαρρώ) το καλοκαίρι. Εάν δεν κάνει καύσωνα, αν δεν ιδρώσω και μουσκέψω και νιώσω τα εσώρουχα να κολλάνε κυριολεκτικά πάνω στο σώμα, και τον ιδρώτα να στάζει στο μέτωπό μου, νιώθω πως δεν είναι καλοκαίρι. Αντιστρόφως, τον χειμώνα θέλω κρύο, θέλω βροχές, ανέμους και χιόνια. Και παρ’ όλο που αυτά τα φαινόμενα κάνουν «δύσκολη» την ζωή μας, εγώ τα λατρεύω. Γιατί τί θα ήταν οι ημέρες μας εάν δεν είχαν κάτι το διαφορετικό κάθε φορά· αν ήταν όλες ίδιες κι απαράλλαχτες;

Ο ουρανός είναι γαλάζιος· όχι τυχαία, αλλά αυτή η φανταστική, υπέροχη γαλάζια απόχρωση που έκανε, μαζί με το μπλε της θάλασσας, τον Ελύτη να γράψει τον γνωστό στοίχο: «Θεέ μου, πόσο μπλε ξόδεψες για να μην σε βλέπουμε». Σε καταλαβαίνω τώρα ποιητή, σε νιώθω. Ο ήλιος όπως προείπα μεσουρανεί και τα κάνει όλα φωτεινά κι όμορφα, ενώ το μελτέμι που φυσάει από τ’ ορθάνοιχτο παράθυρο, δροσίζει ευχάριστα το γυμνό μου σώμα, καθώς κάθομαι μέσα στην σκιά του σπιτιού και γράφω αυτές τις αράδες· σε τέτοιο βαθμό, που έχω κλείσει τον ανεμιστήρα. Από το παράθυρο, βλέπω και μικρά-μικρά, λευκά μπαμπακένια συννεφάκια (που τυγχάνει να είναι τα αγαπημένα μου). Είναι καλοκαίρι, κάνει ζέστη, κι είμαι ευτυχισμένος —απολαμβάνω την στιγμή!



Νωρίτερα το μεσημεράκι, κατά της μία, κατέβηκα στην πόλη για ν’ αγοράσω λίγο ψωμί. Συνήθως φτιάχνω δικό μου ψωμί στο σπίτι, όχι με τα χέρια βέβαια, αλλά με την βοήθεια μίας ψωμιέρας. Λατρεύω να φτιάχνω το δικό μου, μαύρο ψωμί ολικής αλέσεως. Έχει άλλη γεύση· άλλο «βάρος». Όμως, σήμερα είχα όρεξη για αυγουλάκια, και για κάποιον λόγο, με τα αυγά θέλω λευκό, μαλακό κι αφράτο ψωμάκι. Όπερ και εγένετο. Άφησα το μηχανάκι στα πέριξ της πόλης και βρέθηκα να περπατάω μέχρι το κέντρο, κι από εκεί στις πυκνοκατοικημένες γειτονιές που είναι γεμάτες πολυώροφες πολυκατοικίες.

Γενικώς περπατάω αρκετά, σχεδόν κάθε ημέρα, παρά τα πάρα πολλά κιλά που βαραίνουν το σώμα μου. Φοράω ένα κοντό σορτσάκι, μία κοντομάνικη μπλούζα, καπελάκι για τον ήλιο και τον ιδρώτα του προσώπου, ανά χείρας το no-brand MP3 player, και με τ’ ακουστικά στ’ αυτιά περιδιαβαίνω τους δρόμους της πόλης. Η Ξάνθη, ως πόλη γενικά, είναι αρκετά φιλική προς τους πεζοπόρους· εξαιρέσεις βέβαια, οι γνωστή απερίσκεπτοι που αφήνουν τα αυτοκίνητά τους ακριβώς μπροστά στις διαβάσεις —έστω!

Σήμερα λοιπόν, έτυχε να περιδιαβαίνω τις συνοικίες κατά την ώρα που στα περισσότερα σπίτια, οι νοικοκυρές ετοιμάζουν το μεσημεριανό φαγητό της οικογένειας, κι έτσι κάθε δρόμος μοσχομύριζε. Αλλού η μυρουδιά από κεφτέδες στον φούρνο, αλλού κολοκυθάκια να τηγανίζονται μαζί με ηχητική υπόκρουση την τηλεόραση που έχει μεσημεριανές εκπομπές κουτσομπολιού –κάπως να περνάει η ώρα μέχρι να τελειώσει το μαγείρεμα–, αλλού πιπεριές γεμιστές —που τυγχάνει να είναι κι από τα’ αγαπημένα μου καλοκαιρινά πιάτα.

Στον δρόμο, τα πιτσιρίκια εκμεταλλεύονται στο ακέραιο τις τελευταίες ελεύθερές τους στιγμές, προτού οι μητέρες τους αρχίσουν να τα καλούν για να κάτσουν στο τραπέζι. Υπέροχα πλάσματα. Αγόρια με κοντά σορτσάκια κι αμάνικες μπλούζες να τρέχουν πίσω από μία μπάλα ή να κάνουν βόλτες με τα ποδήλατα· κοριτσάκια με κοντές φουστίτσες να παίζουν λάστιχο –παίζεται ακόμη αυτό το παιχνίδι στις ’μέρες μας!–, ή να ξεφυλλίζουν περιοδικά. Ανέμελα πλασματάκια που τα βιάζουμε με τα άγχη μας, τις βλακείες μας και που τα μεγαλώνουμε πρόωρα —απολαύστε την κυνηγημένη παιδικότητά σας, παίξετε, γελάστε, τρέχτε όσο μπορείτε!



Η ώρα έχει πάει δύο παρά κι έχω μουσκέψει από τον ιδρώτα, στο MP3 player, την σκυτάλη μετά τον Μαρίνο παίρνει ο Ισραηλινός που φέτος αδικήθηκε, κατά την ταπεινή μου άποψη, μιάς κι είχε καθαρή, κρυστάλλινη φωνή κι εκφραστικότητα. Στον δρόμο του γυρισμού παρατηρώ πως οι ομάδες των πιτσιρικάδων έχουν διαλυθεί κι εξαφανιστεί· μόνο λίγα «αδέσποτα» έχουν μείνει στον δρόμο. Συνεχίζω να περπατάω.

Το τραγούδι σταματάει κι ακολουθεί μιά σύντομη παύση μέχρι να ξεκινήσει το επόμενο. Μία ψιλή φωνή από κάποιο κοντινό μπαλκόνι αποσπά την προσοχή μου.

«Λάκηηη!» φωνάζει μιά γυναίκα από το μπαλκόνι, με την οποία συμμερίζομαι την αμετροέπεια στο φαγητό. Είναι ιδρωμένη και δείχνει κουρασμένη. Από μιά πιλοτή πετάγεται ένα αγοράκι οχτώ με εννιά ετών. Έχει γλυκά χαρακτηριστικά κι αντιλαμβάνομαι πως θα γίνει όμορφος άνδρας όταν μεγαλώσει. Η μητέρα τον βλέπει. «Ακόμη εκεί ’σαι που να πάρ’ η οργή!» φωνάζει αγανακτισμένα. «Τσακίσου ’πάνω γρήγορα μη’ σε κάνω τόπι στο ξύλο», συνεχίζει. Ο μικρός καταλαβαίνει πως δεν τον παίρνει άλλο. Κάτι γυρίζει και ψιθυρίζει σε κάποιον άλλον που δεν φαίνεται κρυμμένος κάτω από την σκιά της πιλοτής· χαιρετάει και τρέχει στην πιλοτή της πολυκατοικίας όπου διαμένει και χάνεται από τα μάτια μου. Γυρίζω να δω και βλέπω πως η γυναίκα έχει κι αυτή αποσυρθεί στα ενδότερα και την δροσιά του σπιτιού.

Οι μυρουδιές εξακολουθούν να μου τσακίζουν την μύτη· από κάθε σπίτι, από κάθε ανοιχτή μπαλκονόπορτα βγαίνει και μία θεσπέσια μυρουδιά. Στο MP3 player ξεκινάει ο Πλιάτσικας, τον σταματάω όμως· θέλω ν’ ακούω τους ήχους στις γειτονιές των ανθρώπων. Δεν απογοητεύομαι. Οι μυρουδιές γίνονται πλέον τρισδιάστατες, τώρα που προστέθηκε ο ήχος από πιρουνιά που χτυπάνε στα πιάτα, ποτήρια να τσουγκρίζουν, και μερικά «καλή όρεξη», μερικά «γιάμ! πεινάωωω!», ένα: «μα δεν θέλω μπάμιες!» που ακούγονται από τις ανοιχτές μπαλκονόπορτες.

Όπως πάντα, όταν περπατάω εξαφανίζομαι, χάνομαι στις σκέψεις μου. Οι τοίχοι των πολυκατοικιών έχουν εξαφανιστεί, έχουν εξαϋλωθεί. Βλέπω μονάχα φιγούρες. Οικογένειες, δεκάδες οικογένειες· εκατοντάδες! Γυναίκες, μητέρες που σερβίρουν το φαγητό που μαγείρεψαν με αγάπη —όχι γιατί έπρεπε, αλλά γιατί το ήθελαν.

Ξύπνησαν από το πρωί, ετοίμασαν το σπίτι, έντυσαν τα παιδιά, ξεπροβόδισαν τους άνδρες. Σαββάτο, ημέρα παζαριού. Κατέβηκαν με τέτοια ζέστη στο παζάρι και στην λαϊκή για ν’ αγοράσουν τρόφιμα. Γέλασαν με τις φίλες που συνάντησαν, έκαναν παράπονα στον μανάβη για την τιμή της μελιτζάνας («Στον Ευαγγελάτο είπαν πως την αγοράζετε είκοσι λεπτά! Γιατί τις έχετε δύο ευρώ;!» «Άμα δε σ’ αρέσει μαντάμ να μην ψωνίζεις από ’δώ!»), μάλωσαν με τον αθίγγανο που επέμενε να πουλήσει της σαγιονάρες δέκα ευρώ και δεν τις έδινε για οχτώ. Γύρισαν σπίτι φορτωμένες πράγματα και με τέτοια ζέστη, έβρασαν και τηγάνισαν σε πυρακτωμένα μάτια, περιμένοντας την ώρα που όλη η οικογένεια θα μαζευτεί για το μεσημεριανό φαγητό. Κι όλα αυτά με μόνο μιά σκέψη στο μυαλό: να ευχαριστηθούν αυτοί που αγαπάνε.

Σκέφτομαι τον μικρό Λάκη. Αν τρώει το φαγάκι του κι αν του αρέσει αυτό που μαγείρεψε η μανούλα. Αν τρώει με δυσκολία το φαγητό του, σπάζοντας της τα νεύρα, αναγκάζοντάς την να του λέει συνέχεια: «Φάε το φαγητό σου που να πάρ’ η οργή!» ή αν είναι το ανάποδο, και πρέπει συνεχώς να του λέει να μασουλάει πιο αργά και να μην καταπίνει αμάσητες τις μπουκιές του. Βλέπω λίγο στο μέλλον. Το φαγητό τελείωσε. Τώρα η γυναίκα, η σύζυγος και μητέρα, πρέπει να πλύνει τα πιάτα και τα κατσαρολικά. Ο άνδρας άραγε της είπε τουλάχιστον ένα ευχαριστώ, ένα μπράβο; Της έδωσε ένα φιλί; Ο μικρός ο Λάκης, γδύθηκε κι έπεσε χορτασμένος στα φρεσκαρισμένα σεντόνια του κρεβατιού του; Είναι ευτυχισμένος που έχει μιά μητέρα που μπαίνει στον κόπο να του φωνάζει δυνατά και να του λέει πως θα τον κάνει τόπι στο ξύλο· που του έπλυνε τα ρούχα, του σιδέρωσε τα εσώρουχα, του έστρωσε το κρεβάτι, του ψώνισε το αγαπημένο του γιαούρτι με τις μικρές-μικρές εκπληξούλες στον πάτο του κεσέ, κι ας είναι μισό ευρώ πιο ακριβή η συσκευασία;



Το γενικεύω και σκέφτομαι όλες της μητέρες του κόσμου. Όλες αυτές τις υπέροχες κι ακούραστες φιγούρες, που τόσο πολύ έχουμε μάθει να αμελούμε και να τις θεωρούμε δεδομένες. Έπρεπε να έλθει επιτέλους η εποχή της χειραφέτησης της γυναίκας, για να θυμηθούμε, να δούμε και να αναγνωρίσουμε οι άνδρες και τα παιδιά την απίστευτή ενέργεια και εργατικότητά τους, την «ιερή» αφοσίωση με την οποίαν αφιερώνονται στην υπηρεσία των πιο απλών, και συνάμα, των πιο σημαντικών αναγκών μας. Ξυπνούνε πρώτες, ετοιμάζουν πρωινό, στρώνουν τα κρεβάτια, βάζουν το ένα πλυντήριο μετά το άλλο, ξεσκονίζουν και πλένουν το σπίτι, ψωνίζουν και μαγειρεύουν, κανακεύουν τα παιδιά, και τέλος, προσφέρονται στον άνδρα τους. Θα εκτιμήσουν τουλάχιστον την προσφορά, ή θα της πούνε: «πως έγινες έτσι μωρή σαν φακλάνα;» και θα βρουν το βράδυ να βρούνε κάνα «πουστράκη» να τους πάρει μία πίπα;

Η φύση ευλόγησε τις γυναίκες με το χάρισμα να φέρνουν παιδιά στον κόσμο, κι όσο κι αν προοδέψει (επιτέλους) η λογική του άνδρα, όσο καλός πατέρας να είναι, και να λατρεύει τα παιδιά του, δεν θα μπορέσει ποτέ να κατανοήσει την αυτοθυσία μιάς μάνας που επί εννέα μίνες κουβαλούσε ένα παιδί στα σπλάχνα της.

Δεν είναι τυχαίο που οι πρώτες ανθρώπινες κοινωνίες ήσαν μητριαρχικές. Ποιός «πρωτόγονος» άνδρας δεν ένοιωθε δέος μπροστά στην γυναίκα-«θεά», που εν μία νυκτή έφερνε στην φυλή, στον κόσμο, έναν νέο άνθρωπο; Το πώς γύρισε καπάκι και η κοινωνία έγινε ανδροκρατούμενη, είναι άλλο θέμα, αν και δεν είναι τόσο δύσκολο να το καταλάβουμε. Έστω, η σύγχρονη κοινωνία κινείται πάλι προς την σωστή κατεύθυνση —κι άς έχει δρόμο ακόμη.

Σκέφτομαι τις μανάδες, τις μητέρες όλης της γής. Σε κάθε γωνιά του κόσμου είναι παρούσα: Στην Ιαπωνία ετοιμάζει βραδινό, στην Αμερική το πρωινό, στην Τουρκία η «τουρκάλα» μάνα μεγαλώνει τα επτά τουρκάκια της, η Ισραηλινή μάνα το δικό της, η παλαιστίνια το ίδιο. Όλες οι μανάδες του κόσμου είναι ίδιες στην αγάπη που τρέφουν στα παιδιά τους. Μπορεί οι εκφάνσεις αυτής της αγάπης να ποικίλουν, μα έχουν την ίδια ουσία.

Οι μάνα η χοντρή· η μάνα η κοντή· η μάνα η «άσχημη», με τις ελιές σ’ όλο της το πρόσωπο· η μάνα με τα λιγδωμένα μαλλιά σε κότσο («δεν πρόλαβα να λουστώ»)· η μάνα η κουκλάρα που κάνει peeling· η μάνα η καριερίστρια που δεν προλαβαίνει να περάσει από τον παιδικό σταθμό· η μάνα η κομπλεξική· η μάνα με το «οιδιπόδειο» στραμμένο στο παιδί της· η μάνα η «παιδεράστρια», που καμιά άλλη γυναίκα δεν είναι άξια για το παιδί της, κανένας άνδρας άξιος για την κόρη της· η μάνα η Μήδεια· η μάνα η Πηνελόπη. Η μάνα μου, η μάνα σου, η μανάδες μας!



Περπατάω και βγαίνω πια από την κατοικημένη ζώνη· σε λίγο θα φτάσω εκεί όπου έχω παρκάρει το μηχανάκι μου. Έχω συγκινηθεί. Από μικρός έχω [το χάρισμα(;)] [την κατάρα(;)] να μπορώ με «ευκολία» να μπαίνω συναισθηματικά στην θέση του άλλου. Μπορώ πολύ εύκολα να νιώσω την χαρά ενός παιδιού που του πήρανε το δώρο που ήθελε, ή την θλίψη ενός ανθρώπου που έχασε κάτι που αγαπά και να δακρύσω μαζί του. Νιώθω και βιώνω την αγάπη που υπάρχει σ’ αυτές τις άθλιες και ψυχοφθόρες τσιμεντογειτονιές. Τις ασφυχτικά γεμάτες, όπου κάποιος χτυπάει εκνευρισμένα με το σκουπόξυλο και φωνάζει πως θέλει ησυχία για να κοιμηθεί, την ώρα που κάποιο ανερμάτιστο αγόρι περνάει απ’ έξω με την κομμένη εξάτμιση στο μηχανάκι, και την γριά στο ισόγειο που πάσχει από γεροντική ανία. Έχω διαποτιστεί, και σαν σφουγγάρι έχω κλέψει λίγο από την αύρα τους.

Νιώθω τον πόνο των γυναικών, την ανησυχία τους, το καθημερινό τους άγχος να είναι σωστές σε όλα: Να είναι καλή μάνα, νοικοκυρά, εργαζόμενη κι ερωμένη. Αισθάνομαι τον πόνο που νιώθουν οι μητέρες όταν χάνουν το παιδί τους. Το πόνο της μάνας που της ανακοινώνουν πως το παιδί της σκοτώθηκε, γιατί δεν φορούσε κράνος· τις τύψεις που την λιώνουν που ενέδωσε και του πήραν το (γαμημένο!) μηχανάκι. Τον πόνο της μάνας που κάποιος της το πήρε, κι αφού πρώτα του φόνευσε την ψυχή, του αφαίρεσε την ζωή. Τον πόνο της μάνας που το παιδί της θα πάει να σκοτωθεί σε ξένη χώρα για να υπερασπιστεί τα πετρελαϊκά συμφέροντα κάποιας πολυεθνικής...

Συνειδητοποιώ την ιερότητά τους, το μεγαλείο τους, μα είν’ αργά. Έφτασα στο μηχανάκι μου. Ανοίγω το κασελάκι που είναι από πίσω, κι αφού εναπόθεσα μέσα του το ψωμί, έβαλα ’μπρός και ξεκίνησα για το σπίτι.

Εκεί θα μαγειρέψω μόνος και θα φάω μόνος. Η μητέρα που με γέννησε έχει κοντά τρεισήμισι χρόνια που τέλειωσε το ταξίδι της σ’ αυτή την γη. Άλλοτε νιώθω πως είναι σαν ’χθές που έφυγε, και πώς να, θα φανεί και θα με κράξει που έκανα χάλια πάλι την κουζίνα. Άλλες φορές νιώθω πως είναι σαν να μην ύπαρξε ποτέ στην ζωή μου, πως πάντα ήμουνα μόνος.

Φτάνει όμως το μελό. Κουραστικά. Τα έγραψα και ξεθύμανα, βγήκε από μέσα μου. Μετανιώνω για ένα πράγμα μονάχα. Που δεν της είπα, δεν της έδειξα ποτέ πόσο την αγάπησα, πόσο την αγαπώ. Λογικό, αφού μόνο όταν έφυγε κατάλαβα το μεγαλείο της θυσίας της, το μεγαλείο της αστείρευτης αγάπης της.

Το αφιερώνω σ’ εσένα αυτό το κειμενάκι μάνα. Κλέβω λίγο τον τίτλο μιάς αγαπημένης μου ταινίας και στην αφιερώνω. «Όλα για την μητέρα μου» —Όλα για τις μητέρες όλου το κόσμου. Σας αγαπώ! Κι ας μην το ξέρετε.

Η ώρα πήρε εξήμισι, κι η ζέστη έχει κοπάσει ελαφρώς, μα ο ιδρώτας εξακολουθεί να τρέχει στο ημίγυμνο κορμί μου. Είναι ζεστά, είναι ωραία, κι η ζωή είναι ένα υπέροχο δώρο. Θα απολαύσω στην στιγμή, θα κάνω ένα δροσερό φραπεδάκι και θα το απολαύσω στην βεράντα, βλέποντας τα γατιά που κάνουν χουζούρι, ενώ τα τους μικρά παίζουν τριγύρω.

Θα απολαύσω την στιγμή, θα χαρώ την ζωή, θα εκμεταλλευτώ το δώρο σου! Μ’ ακούς μαμά;


—ΤΕΛΟΣ—


Όποιος θέλει, μπορεί να αφήσει το σχόλιό του· με σεβασμό στον εαυτό του και στον συνάνθρωπό του. Σας ευχαριστώ που διαβάσατε το κείμενό μου.

Τάδε έφη,
© Ναυτίλος Του Διαδικτύου (Περικλής Π.)

6/06/2008

37. Εις εαυτόν (α’)


Εις εαυτόν (α’)


Πατάω πια γερά στα τριάντα. Δεν το συνειδητοποιώ συχνά· μόνο όταν το βλέπω σαν νούμερο το καταλαβαίνω. Συνειδητοποιώ, κυρίως συγκρινόμενος με τους άλλους και τις νόρμες της κοινωνίας, πως βρίσκομαι σε μία ηλικία που θεωρείται από πολλούς ως ένα μικρό ορόσημο, όπου για πρώτη φορά πρέπει να λογοδοτήσω για τις μέχρι τώρα πράξεις και έργα της ζωής μου· όχι τόσο στους συνανθρώπους μου και την κοινωνία, όσο στον ίδιο μου τον εαυτό.



Στην χώρα, και το ημισφαίριο γενικότερα, όπου γεννήθηκα, μου είχε δοθεί μιά μεγάλη περίοδο χάριτος —όπως στα περισσότερα παιδιά. Τα παιδικά μου χρόνια βαφτίσθηκαν –αυθαίρετα;– ως ανέμελα, λόγο φύσει ανωριμότητας· η εφηβεία ως περίοδος αυτό-ανακάλυψης και αυτοπροσδιορισμού, στην οποία δημιούργησα τα περισσότερα γνωρίσματα του ενήλικου χαρακτήρα μου, ενώ στην μεταεφηβική ηλικία, πέρασα αυτό που λένε: περίοδο προσαρμογής, όπου προσαρμόστηκα στην ιδέα πως το παιδί εντός μου πέθανε, για να γεννηθεί το τωρινό μου εγώ, και πως ο κόσμος με αντιμετωπίζει πλέον πολύ πιο αυστηρά.

Στην κάθε φάση (που υποδιαιρείται και σε μικρότερες περιόδους, με ειδικά χαρακτηριστικά και γνωρίσματα η κάθε μία) μου επιτράπηκαν κάποια λάθη και κινήσεις, που αργότερα δεν αντιμετωπίζονται με την ίδια επιείκεια. Ο λόγος είναι πως, ο κόσμος, κι εγώ ο ίδιος, περιμένει πως μέσα από τα όποια λάθη μου, μαθαίνω κι εξελίσσομαι. Έτσι, όταν διέπραξα κάποια λάθη, και κυρίως, τα διέπραξα σε «αναμενόμενες» περιόδους της ζωής μου, περάσανε σχεδόν απαρατήρητα.

Στην ηλικία των τριάντα όμως, η κοινωνία, αλλά κι εγώ ο ίδιος –εγώ, η σκέψης μου, η νόησής μου, η ψυχή μου, αυτό που νομίζω κι αντιμετωπίζω ως συνειδητότητα–, νιώθει πως θα έπρεπε να είχα φτάσει σε ένα σημείο, όπου τα λάθη να είναι λίγα και τα έργα μου πολλά, και, κατά προτίμηση, τα περισσότερα εξ αυτών καλά. Επίσης, θα ήθελα να πιστεύω πως οι περισσότερες «παιδίστικές» μου απορίες θα είχαν λυθεί· θα γνώριζα περισσότερα, τόσο για τον κόσμο, όσο και για τον εαυτό μου... Τότε, γιατί νιώθω τόσο λάθος· τόσο ξεστρατισμένος από το μονοπάτι της σιγουριάς και της βεβαιότητας, τόσο γεμάτος απορίες κι ερωτήματα, όχι μόνο για τον κόσμο που με περιβάλει, αλλά, το κυριότερο, για τον ίδιο μου τον εαυτό; Ποιος είμαι;

Τα κλασσικά γνωρίσματα είναι πως, σε αυτή την ηλικία, θα έπρεπε τουλάχιστον να έχω μία σταθερή εργασία, να έχω κάποια σχέση, ή έστω να έχω ζήσει κάποιους έρωτες. Να γνωρίζω τί μου αρέσει και τί όχι· ποιες επιδεξιότητες διαθέτω και ποιες όχι· πού είμαι καλός και που όχι· τί μου αρέσει στην ζωή και τί όχι· τί μου αρέσει επάνω μου και τί όχι. Να ξέρω τα γνωρίσματα του χαρακτήρα μου: ποιες οι αρετές και τα μειονεκτήματά μου. Αλλά και πιο γήινα πράγματα όπως: ποια μουσική μου αρέσει και ποια όχι· ποιες οι αγαπημένες μου ταινίες· ποια τα αγαπημένα μου φαγητά· τί ζητάω από έναν σύντροφο για να νιώσω πως με καλύπτει, και τι προσφέρω εγώ· τί ζητάω από τον εαυτό μου και τι όχι; Κι όμως, αυτή η σταθερότητα είναι απούσα —δεν υφίσταται στην ζωή μου! Είμαι άραγε λοιπόν, ακόμη ανολοκλήρωτος;

Ίσως όμως, λέω, ίσως, αυτό να είναι και καλό όμως: το να συνειδητοποιώ πως είμαι ανολοκλήρωτος· πως έχω ελλείψεις και κενά, και μάλιστα πολύ μεγάλα. Ίσως να έχω καταλάβει αυτό που δεν αντιλαμβάνονται οι περισσότεροι άνθρωποι στην γη...

Οι περισσότεροι «σοφοί», φιλόσοφοι ανά τους αιώνες, αλλά και οι «μοντέρνοι» ψυχολόγοι του καιρού μας, συμφωνούν πως οι περισσότεροι άνθρωποι δεν ωριμάζουν ποτέ· αρνούνται να ωριμάσουν γιατί αυτό θα τους βγάλει από την ψευδαίσθηση της ευδαιμονίας της ψευτο-ολοκλήρωσής τους. Λένε, πως το μεγαλύτερο μέρος των ανθρώπων παραμένει στάσιμο στην ψυχολογική-συναισθηματική ηλικία των δεκατριών με δεκαπέντε ετών. Εκεί, μετά το πρώτο καψούρεμα και την πρώτη απογοήτευση, νομίζουν πως τα έχουν ζήσει όλα, και πως πλέον τίποτα καινούργιο δεν υπάρχει για να μάθουν, να διδαχθούν, να ανακαλύψουν. Ίσως για αυτό μένουν προσκολλημένοι σε παιδικές κι ανώριμες αντιλήψεις, κι αντιδρούν ανάλογα. Για αυτό υπάρχει ζήλια, φθόνος, απουσία αληθινής αγάπης, ιδιοτέλεια, τυφλή υπακοή σε δόγματα, έλλειψη κατανόησης του άλλου και συνεχής ανάγκη για επιβράβευση. Όλα αυτά γιατί, η ωρίμανση του σώματος και της ψυχής, είναι στην αντίληψη του ανθρώπου συνυφασμένες έννοιες, λανθασμένα ταυτόσημες· ενώ είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα!

Αφ’ ενός η ωρίμανση σου σώματος έχει προσδιοριστεί χάρη στις ανακαλύψεις της σύγχρονης επιστήμης. Το σώμα του ανθρώπου, λέει, ωριμάζει περίπου στην ηλικία των δεκαοχτώ με είκοσι ετών· με μερικές αποκλίσεις ανάλογα με το φύλο και τις ιδιαιτερότητες του κάθε οργανισμού χωριστά. Είναι όταν το σώμα παύει να χτίζει και να μεγαλώνει, τα όργανα έχουν πάρει τις τελικές τους διαστάσεις, η ομοιόσταση είναι δεδομένη, κι όλα λειτουργούν λίαν καλώς. Είναι τότε που, οι θρησκείες κι οι όποιες νόρμες των απανταχού κοινωνιών, λένε κατά το δοκούν πως είναι καιρός αυτός ο οργανισμός να αναπαραχθεί και να ολοκληρώσει έτσι τον σκοπό του που είναι η αναπαραγωγή του —και μόνο αυτό(!)

Αφ’ εταίρου, η ωρίμανση της ψυχής και του συναισθηματικού τομέα, επέρχεται, μπορούμε (αυθαίρετα) να πούμε, όταν το άτομο νιώθει και βιώνει την ολοκλήρωση του χαρακτήρα του. Οι φιλοσοφίες και τα δόγματα που έχουν αναπτυχθεί γύρω από το θέμα της ψυχής και της ολοκλήρωσης, είναι πάμπολλες και δεν δύναται να απαριθμηθούν σε έναν τόσο μικρό κείμενο. Το θέμα, ίσως, είναι ένα: πότε ολοκληρώνεται μία ψυχή, μία προσωπικότητα και ίσως παραπέρα: ολοκληρώνεται ποτέ μία ψυχή; Φτάνει μία ζωή για να επέλθει η φώτιση, η ολοκλήρωση, ή πρέπει να ασπαστούμε τις ανατολικές φιλοσοφίες που μιλάνε για μετενσάρκωση έως ότου ολοκληρωθεί, γιατί μία ζωή δεν φτάνει;

Τώρα λοιπόν που κατανοώ, πως άλλο πράγμα είναι που το σώμα μου δεν θα ψιλώσει άλλο, και άλλο το πώς εγώ νιώθω και βλέπω τον εαυτό μου και τον κόσμο, είναι δύο χωριστά πράγματα, συνειδητοποιώ το πόσο ανώριμος είμαι στην ψυχή και στον συναισθηματικό μου κόσμο.

Έχτισα κι εγώ, όπως όλοι οι άνθρωποι, μία προσωπικότητα, ασπαζόμενος τις κοινές αντιλήψεις της κοινωνίας στην οποία μεγάλωσα, και που συνεπώς διαμόρφωσαν, λίγο πολύ αυθαίρετα, το μυαλό μου, συντελώντας στην διαμόρφωση του κοινωνικού μου προσωπείου· αυτού που εγώ δέχομαι κι αντιμετωπίζω ως εαυτό μου. Αλίμονο, την πάτησα για τα καλά.

Αφ’ ενός γιατί οι γνώσεις που μου δόθηκαν, και που διαμορφώνουν το μυαλό, ήταν εξ αρχής «πειραγμένες». Οι παραδώσεις, τα πρότυπα και οι νόρμες μιάς κοινωνίας, ο τρόπος που βλέπει τον κόσμο και το κάθε άτομο χωριστά, είναι απόρροια καταγραφής εμπειριών που χάνονται στο βάθος των αιώνων. Το μυαλό είναι περιορισμένο, εξ αρχής διαμορφωμένο από τους τρόπους όλων των περασμένων γενεών, από τις εντυπώσεις και τις εμπειρίες άλλων, που μου επιβλήθηκαν από την στιγμή της γέννησής μου.

Αφ’ εταίρου γιατί έρχεται κάποια στιγμή, που το συνειδητοποιώ όλο αυτό, και πως καταλαβαίνω πως αυτό το «λογισμικό» που μου τοποθετήθηκε, είναι ασύμβατο σε πολλές περιπτώσεις, τόσο με το μυαλό, όσο και με το πνεύμα μου (ακόμη και με το σώμα μου μερικές φορές). Είναι τότε που σπάει αυτό το προσωπείο, και από τις ραγάδες αναδύεται το πραγματικό μου εγώ, η αληθινή μου ουσία, που έρχεται, συνήθως, σε αντιδιαστολή με την μέχρι τώρα δεδομένη προσωπικότητά μου.

Αυτό λοιπόν με ώθησε στο να στραφώ ξανά εντός μου και να κοιτάξω βαθιά μέσα μου, για να διαπιστώσω και να δω πως δεν είμαι ολοκληρωμένος· όπως τόσα χρόνια νόμιζα. Έτσι, χρειάστηκε να κάτσω πάλι σαν πρωτάκι, με κοντό παντελονάκι και γδαρμένα γόνατα, στο θρανίο της ζωής, για να ανοίξω τα τεφτέρια της ζωής και να ρωτήσω εξ αρχής τις ίδιες πάλι ερωτήσεις που ρώταγα μικρός. Είδα, πως οι απαντήσεις που μου δίνανε τα βιβλία, διέφεραν κατά πολύ, ανάλογα με το ποιόν ρωτούσα, πότε τον ρωτούσα, που τον ρωτούσα, και πως συνέφερε τον ερωτώμενο· πως στην ίδιά ερώτηση που κάποτε ρώτησα, κι έλαβα τότες μία ικανοποιητική απάντηση, τώρα άλλη μου φαίνεται πιο λογική και σωστή. Επίσης, είδα πως στο βιβλίο, είχαν προστεθεί πολλές-πολλές σημειώσεις, δικές μου, που συχνά έρχονται σε αντίθεση με αυτά που γράφει το βιβλίο.

Συνειδητοποιώ λοιπόν πως άλλαξα, και πως εξακολουθώ να αλλάζω. Κι είναι δύσκολο, και σπαστικό –να πάρει!–, να πρέπει να αλλάζω το προσωπείο μου και την σκέψη μου για άλλη μιά φορά —και πρέπει να λογοδοτήσω για αυτό στους συνανθρώπους μου. «Γιατί ’χθές μου είπες άλλα, και τώρα αλλιώς μου τα λές;» ρωτάνε με βλέμμα που προδίδει φόβο και περιέργεια. Η αλλαγή είναι απρόβλεπτη, είναι άγνωστη έως ότου εκδηλωθεί. Και το άγνωστο τρομάζει τους ανθρώπους!

Έτσι είναι λοιπόν. Τους συνήθισα για χρόνια με βλέπουνε και να με αντιμετωπίζουν με συγκεκριμένα κριτήρια, συμπεριφορές κι ενέργειες, κάτω από ένα σταθερό πρίσμα· νόμιζαν πως με γνώριζαν... Να που ανακαλύπτουν πως δε με γνωρίζουν καθόλου. Αυτό που ίσως τους τρομάζει πιο πολύ, δεν είναι η δική μου αλλαγή· αυτό που τους τρομάζει, είναι πως πρέπει κι αυτοί να επαναπροσδιορίσουν την σχέση τους απέναντι στον νέο μου εαυτό. Αυτό τους αναγκάζει να ψάξουν κι αυτοί μέσα τους, να ξαναδούν τον μηχανισμό, τον εαυτό τους, αναγκαστικά· γιατί αλλιώς, πώς θα προσδιορίσουν την νέα στάση τους απέναντί μου, αν δεν με συγκρίνουν με τον εαυτό τους;

Βλέπω τώρα καθαρά, νομίζω, το πόσο δύσκολο είναι να αλλάζεις. Όταν αλλάζεις, αναγκαστικά θα πρέπει να αλλάξουν κι οι άλλοι, αυτοί που σε περιβάλλουν κι επικοινωνούν μαζί σου. Βλέπω έτσι και μόνος μου, πως μιά μικρή, ανεπαίσθητη αλλαγή επάνω μου, επιφέρει αλλαγές και στους τριγύρω μου. Και, φυσικά, ισχύει και το αντίστροφο: όταν κάποιος άλλος αλλάξει, αναγκάζομαι να αλλάξω κι εγώ απέναντί του, για να επαναπροσδιορίσω την επικοινωνία μαζί του.

Ναι... Νομίζω πως τώρα τα πράγματα ξεκαθαρίζουν στο κεφάλι μου... Και πάνω που νόμιζα πως έλεγα ανοησίες... Αλλά να, ξεκαθαρίζουν τα πράγματα μέσα μου... Τώρα καταλαβαίνω την δύναμη μου, τώρα βλέπω πως η αλλαγή τελικά, είναι αναπόφευκτη· τίποτα δεν μένει αμετάβλητο. «Τα πάντα ρει», όπως είπε κι ο Ηράκλειτος.

Ναι, τώρα το καταλαβαίνω. Τί κι αν τριαντάρισα, τί κι αν μου ζητάνε να λογοδοτήσω; Να πώς ποιος είμαι, και τί! Άλλαξα πολύ από τα είκοσί μου. Δεν ακολούθησα τις νόρμες –όχι πως αυτό είναι κακό–, δεν πάτησα μόνο στα γνωστά μονοπάτια· ακολούθησα και μερικά άλλα, πιο σκοτεινά, πιο κακοτράχαλα. Ίσως μια μέρα κατορθώσω να χαράξω και καινούργια μονοπάτια... Ποιος ξέρει;

Αν ποτέ, χρειαστεί να λογοδοτήσω, τόσο στους άλλους, μα όσο και σε εμένα, θα είναι για αυτό και μόνο: Πως δεν άλλαξα, πως έμεινα στάσιμος κι απαράλλαχτος. Αν, παραδείγματος χάρη, έλθει κάποια στιγμή που στο μέλλον, διαβάζοντας αυτά μου τα λόγια, γελάσω, και τα κρίνω, και πω πως ήσαν ανόητα κι ανώριμα, θα χαρώ. Γιατί θα σημαίνει πως δεν είμαι ο ίδιος με αυτόν που κάποτε τα έγραψε. Θα σημαίνει πως άλλαξα —έστω και λιγάκι.

Δεν ξέρω, κι ούτε λέω πως κι εγώ μεγάλωσα πολύ. Είμαι κι εγώ σε εφηβική ηλικία· το ξέρω καλά. Αλλά... να πάρει! Τουλάχιστον έχω επίγνωση αυτού, και θέλω να πιστεύω, πως θα αλλάξω· αργά η γρήγορα. Πρέπει να αλλάζω —διαρκώς!... Αλλιώς, αλίμονό μου! Αλίμονό μας! Αλίμονό σας...


—ΤΕΛΟΣ—


Όποιος θέλει, μπορεί να αφήσει το σχόλιό του· με σεβασμό στον εαυτό του και στον συνάνθρωπό του. Σας ευχαριστώ που διαβάσατε το κείμενό μου.

Τάδε έφη,
© Ναυτίλος Του Διαδικτύου (Περικλής Π.)