Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σκέψεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σκέψεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

6/04/2009

84. Ο ΗΛΙΘΙΟΣ (απόσπασμα)


Ο ΗΛΙΘΙΟΣ
(απόσπασμα)


Παρακάτω παραθέτω ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Ντοστογιέφσκι, «Ο Ηλίθιος». Θα μπορούσα να σχολιάσω πάρα πολλά, αλλά νομίζω πως στην προκειμένη θα σας αφήσω να εξάγετε τα δικά σας συμπεράσματα. Όσοι με γνωρίζουν ίσως καταλάβουν τον καημό μου, οι υπόλοιποι διδαχτείτε ό,τι νομίζετε πως μπορείτε να διδαχτείτε από το απόσπασμα, και αν θέλετε, αφήστε ένα σχόλιο με την άποψή σας. Φυσικά και συμβουλεύω σε όσους έχουν την υπομονή, να διαβάσουν το ογκωδέστατο βιβλίο. Θα σας κουράσει, αλλά θα σας ενθουσιάσει στο τέλος.


[ Πηγή εικόνας ]



[...]

Υπάρχουν άνθρωποι για τους οποίους είναι δύσκολο να πεις κάτι που θα τους χαρακτήριζε με την μία και απολύτως· είναι οι άνθρωποι που συνήθως τους αποκαλούμε «συνηθισμένους», «πλειοψηφία», και οι οποίοι, πράγματι, συνιστούν την πλειοψηφία κάθε κοινωνίας.

Στα μυθιστορήματά τους και τις νουβέλες τους οι συγγραφείς προσπαθούν ως επί το πλείστον να πάρουν χαρακτηριστικούς τύπους της κοινωνίας και να τους παρουσιάσουν παραστατικά και καλλιτεχνικά, χαρακτήρες που συναντώνται εξαιρετικά σπάνια στην πραγματική ζωή και οι οποίοι είναι παρά ταύτα πιο πραγματικοί από την πραγματικότητα. [...]

[...] Κι’ ωστόσο, μολοντούτο, έχουμε απέναντί μας το εξής ερώτημα: τί να κάνει ο μυθιστοριογράφος με τους κανονικούς ανθρώπους, τους εντελώς «συνηθισμένους», και πώς να τους παρουσιάσεις στον αναγνώστη ώστε να είναι κάπως ενδιαφέροντες; Να τους παραλείψει εντελώς σε μιά ιστορίας είναι αδύνατον, διότι οι συνηθισμένοι άνθρωποι είναι σταθερά και κατά κύριο λόγο ο αναπόφευκτος συνδετικός κρίκος στα γεγονότα της ζωής· το να τους παραλείπαμε, θα σήμαινε ότι αποδυναμώνουμε την αληθοφάνεια. [...] Κατά την γνώμη μας, ο συγγραφέας οφείλει να αναζητά τις ενδιαφέρουσες και διδαχτικές εκδοχές ακόμη και μεταξύ των κοινότοπων.

Όταν για παράδειγμα, η καθαυτή ουσία των συνηθισμένων ανθρώπων συνίσταται ακριβώς στην αδιάλειπτη και απαράλλαχτη κανονικότητά τους, ή, ακόμη καλύτερα, όταν, παρά τις υπεράνθρωπες προσπάθειες των προσώπων αυτών να βγούνε πάση θυσία από τον τροχό της κανονικότητας και της ρουτίνας, καταλήγουν τελικά να παραμένουν απαράλλαχτα και παντοτινά μιά ρουτίνα, τότε κάτι τέτοια πρόσωπα αποκτούν μέχρι κι’ ενός είδους ιδιαιτερότητα ως η κοινοτοπία που δεν θέλει με τίποτα να παραμείνει αυτό που είναι και θέλει πάση θυσία να γίνει πρωτοτυπία και αυτονομία μή διαθέτοντας τις παραμικρές δυνατότητες για αυτονομία.

Σ’ αυτή την κατηγορία των «συνηθισμένων» και «κανονικών» ανθρώπων συγκαταλέγονται κι’ ορισμένα πρόσωπα της αφήγησής μας [...]

[ Πηγή εικόνας ]



Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει τίποτα πιο απογοητευτικό από το να είσαι, για παράδειγμα, πλούσιος, καλής οικογενείας, συμπαθητικής εμφάνισης, όχι κακής μόρφωσης, όχι χαζός, επιπλέον καλός, και την ίδια στιγμή να μην διαθέτεις κανένα ταλέντο, καμιά ιδιομορφία, καμιά παραξενιά, καμιά προσωπική άποψη, να είσαι ρητά και κατηγορηματικά «όπως όλοι».

Πλούτος υπάρχει, αλλά δεν είσαι και Ρότσιλντ· η οικογένεια είναι έντιμη αλλά δεν διακρίθηκε ποτέ για τίποτα· η μόρφωση δεν είναι κι’ άσχημη, αλλά δεν ξέρεις πώς να την χρησιμοποιήσεις· μυαλό υπάρχει, αλλά χωρίς δικές του ιδέες· καρδιά υπάρχει αλλά χωρίς μεγαλοψυχία, κ.λπ., κ.λπ., από όλες τις απόψεις.

Αυτοί οι άνθρωποι είναι στον κόσμο η συντριπτική πλειοψηφία κι’ ακόμη περισσότεροι από όσο νομίζουμε· χωρίζονται, όπως και όλοι οι άνθρωποι, σε δύο βασικές συνομοταξίες: κάποιοι είναι περιορισμένων δυνατοτήτων, κι’ άλλοι «πολύ εξυπνότεροι».

Οι πρώτοι είναι ευτυχισμένοι. Για έναν περιορισμένων δυνατοτήτων, ένα «συνηθισμένο» άνθρωπο δεν υπάρχει, επί παραδείγματι, τίποτα πιο εύκολο από το να φανταστεί τον εαυτό του ασυνήθιστο και πρωτότυπο και να ηδονιστεί μ’ αυτό χωρίς ταλαντεύσεις. Αρκούσε σε ορισμένες δεσποινίδες να κόψουν τα μαλλιά τους, να φορέσουν μπλε γυαλιά και να αυτοαποκληθούν μηδενίστριες, για να πειστούν αυτοστιγμεί ότι φορώντας τα γυαλιά απέκτησαν πάραυτα και δικές τους «πεποιθήσεις». Αρκούσε σε κάποιον άλλο να νιώσει μιά σταλίτσα ένα κάποιο πανανθρώπινο και γλυκό συναίσθημα, για να πειστεί πάραυτα ότι κανείς πια δεν αισθάνεται όπως αυτός, ότι στην γενικής εξέλιξη του κόσμου είναι ένας πρωτοπόρος. Αρκούσε σε άλλον να πάρει κατά λέξη κάποια ιδέα ή να διαβάσει μιά σελιδούλα ενός κατασκευάσματος χωρίς αρχή και τέλος, για να πιστέψει αμέσως ότι αυτές είναι «δικές του προσωπικές ιδέες» και γεννήθηκαν μέσα στο δικό του το μυαλό.

Η θρασύτητα της αφέλειας, αν μπορούμε να εκφραστούμε έτσι, γίνεται σε τέτοιες περιπτώσεις μέχρι και εντυπωσιακή· όλα αυτά είναι απίστευτα αλλά τα συναντάμε διαρκώς. Αυτή η θρασύτητα της αφέλειας, αυτή η μή αμφισβήτηση του βλάκα του εαυτού του και του ταλέντου του, έχει καταδειχτεί εξαιρετικά από τον Γκόγκολ στον εκπληκτικό χαρακτήρα του υπολοχαγού Πιραγκόφ [ήρωας της «Λεωφόρου Νιέφκι» του Γκόγκολ] [...]

Ο ήρωας της ιστορίας μας Γκαβρίλα Αρνταλιόνοβιτς ανήκε σε άλλη κατηγορία· αυτός ανήκε στην κατηγορία των ανθρώπων «πολύ πιο έξυπνοι», αν κι’ όλος, από τα πόδια ως το κεφάλι, ήταν μολυσμένος από την επιθυμία της πρωτοτυπίας. Αυτή η κατηγορία όμως, όπως αναφέραμε πιο πάνω, είναι πολύ πιο άτυχη από την πρώτη.

Το θέμα είναι ότι ο έξυπνος «συνηθισμένος» άνθρωπος, ακόμη κι’ αν φαντάζεται που και που (και μπορεί και για όλη του τη ζωή) τον εαυτό του άνθρωπο ιδιοφυή και πολύ πρωτότυπο, διατηρεί στην καρδιά του το σκουλήκι της αμφιβολίας, που καμιά φορά οδηγεί τον έξυπνο άνθρωπο σε απόλυτη απόγνωση· κι’ αν υποτάσσεται σ’ αυτό, το κάνει δηλητηριασμένος από την καταπιεσμένη μέσα του ματαιοδοξία.

Βεβαίως, όπως και νά ’χει, πήραμε τα δύο άκρα: στην συντριπτική πλειοψηφία αυτής της κατηγορίας των έξυπνων ανθρώπων το πράγμα δεν εξελίσσεται τόσο τραγικά, όχι· απλώς, κάπου εκεί, προς την δύση των χρόνων φθείρεται το συκώτι, κατά το μάλλον και το ήττον, κι’ αυτό είναι όλο. Μολοντούτο, οι άνθρωποι αυτοί, προτού συμφιλιωθούν και υποταχθούν, καμιά φορά αταχτούν, από τα νιάτα τους μέχρι και την ηλικία της υποταγής, και πάντα από την επιθυμία να φανούν πρωτότυποι.

[ Πηγή εικόνας ]



Μπορούμε μάλιστα να συναντήσουμε και περίεργες περιπτώσεις: από επιθυμία να είναι πρωτότυπος κάποιος έντιμος άνθρωπος μπορεί να προχωρήσει ακόμη και σε μία τιποτένια πράξη· συμβαίνει επίσης ορισμένοι από αυτούς του δύστυχους να είναί όχι μόνο έντιμοι, αλλά και καλόκαρδοι, οι στυλοβάτες της οικογένειας, να ταΐζουν και να συντηρούν με το μόχθο τους όχι μόνο τους οικείους τους αλλά και ξένους. Τί γίνεται τότε; Όλη τους τη ζωή δεν καταφέρνουν να ηρεμίσουν.

Αυτούς, δεν του καθησυχάζει και δεν τους παρηγορεί διόλου η σκέψη ότι έχουν εκπληρώσει τόσο καλά τις ανθρωπιστικές υποχρεώσεις τους· αντιθέτως, μάλιστα, αυτό τους θυμώνει: «Ορίστε, λοιπόν, σε τι σπατάλησα όλη μου τη ζωή, να τι μ’ έδεσε χειροπόδαρα, να τι μ’ εμπόδισε να ανακαλύψω την πυρίτιδα! Αν δεν υπήρχε αυτό, μπορεί να είχα ανακαλύψει είτε την Αμερική, είτε την πυρίτιδα, ανυπερθέτως —βέβαια δεν ξέρω ακριβώς τι, αλλά ανυπερθέτως θα είχα ανακαλύψει κάτι!»

Το χαρακτηριστικότερο όλων στους κυρίους αυτούς είναι πως πράγματι δεν μπορούν ποτέ και με κανέναν τρόπο να καταλάβουν τί ακριβώς είναι αυτό το οποίο είναι στα πρόθυρα να ανακαλύψουν: την πυρίτιδα ή την Αμερική. Αλλά το βάσανο, η λαχτάρα γι’ αυτό που πρέπει να ανακαλύψουν είναι, στ’ αλήθεια, τόση όση του Κολόμβου ή του Γαλιλαίου.

[...]


«Ο Ηλίθιος»
Συγγραφέας: Ντοστογιέφκι
Εκδόσεις: Ινδικτός
ISBN: -
Αρ. σελίδων: 1054


—ΤΕΛΟΣ—


Όποιος θέλει, μπορεί να αφήσει το σχόλιό του· με σεβασμό στον εαυτό του και στον συνάνθρωπό του. Σας ευχαριστώ που διαβάσατε το κείμενό μου.

Σύνδεσμοι: (ανοίγουν σε νέο παράθυρο)
http://en.wikipedia.org/wiki/The_Idiot_(novel)

3/11/2009

75. Slumdog Millionaire (σκέψεις κι’ εντυπώσεις)


Slumdog Millionaire
(Σκέψεις κι’ εντυπώσεις)


Εχθές το βράδυ πήγα μαζί με φίλους στον κινηματογράφο και είδα την ταινία «Stumdog Millionaire» που σάρωσε τα Όσκαρ· με μεγάλη επιφύλαξη γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο. Διαψεύστηκα όμως και ένοιωσα δέος, στεναχώρια, τρόμο, πόνο, ανακούφιση, εξιλέωση, και πλήθος άλλων συναισθημάτων. Πρόκειται, κατά την δική μου άποψη και προσωπικό γούστο, για ένα αριστούργημα που θα σημαδέψει την πρώτη δεκαετία της κινηματογραφικής ιστορίας αυτού του περίεργου εικοστού πρώτου αιώνα.

Θα προσπαθήσω να μην πω πολλά για την ταινία, για να μην χαλάσω στους πιθανούς θεατές της την όποια έκπληξη. Θα μιλήσω όμως για μερικά από τα θέματα που πραγματεύεται το έργο και που πραγματικά ανακατεύει τα όποια ευαίσθητα στομάχια.


[ Πηγή εικόνας ]


Εξιστορείται η ζωή δύο αδελφών που σύντομα, κάτω από τραγικές συνθήκες και σε πολύ μικρή ηλικία, μένουν μόνα τους στον κόσμο και προσπαθούν να επιβιώσουν κάτω από απίστευτες, για εμάς του δυτικοθρεμμένους, συνθήκες. Ο τρόπος που ξετυλίγεται η ζωή των δύο αδελφών στον θεατή είναι έξυπνος κι’ ευρηματικός· αποσπασματικός, με αρκετή δόση χιούμορ σε διάφορα σημεία έτσι ώστε να μην κάνουμε εμετό το παχυντικό αμερικανογενές ποπ-κόρν που καταβροχθίζουμε με τους κουβάδες.

Αυτό που θα κάνει τρομερή εντύπωση στον θεατή –ιδίως ημών των δυτικοθρεμμένων ξανατονίζω– είναι η φρικαλέα και απάνθρωπη φτώχια που μαστίζει τεράστιες ομάδες του παγκόσμιου πληθυσμού· η αγριότητα, η απανθρωπιά, η κτηνωδία που θρέφεται από όλη αυτή την νοσηρή κατάσταση. Ο τρόπος που η αθωότητα, η παιδικότητα και η αξιοπρέπεια ποδοπατούνται κάτω από το βάρος του ενστίκτου για επιβίωση...


[ Πηγή εικόνας ]


Και διερωτώμαι: Είναι τυχαίο άραγε, να λαμβάνει μία τέτοια ταινία, που δεν έχει τρισδιάστατα γραφικά τελευταίας γενιάς, πιστολίδι με συμμορίες και τρομερά ηχητικά εφφέ, αλλά που χτυπάει κατάμουτρα την φτώχια και την βαρβαρότητα της οπορτουνιστικής, δήθεν φιλελεύθερης κοινωνίας του «ο καθείς για τον εαυτό του», να λαμβάνει όχι ένα, δύο, ή τρία, αλλά οχτώ Όσκαρ, εν μέσω της μεγαλύτερης οικονομικής κρίσης των τελευταίων δεκαετιών;

Δεν ξέρω για τους αναγνώστες του παρόντος ιστολογίου, αλλά εγώ προσωπικά είμαι, εν μέρει, ελαφρώς οικειοποιημένος με την φτώχια (κυρίως των άλλων!), λόγω των αθίγγανων που ζουν στο γκέτο του Δροσερού της Ξάνθης, και των βιωμάτων των γονέων και παππούδων μου. Ίσως παίζει ρόλο πως και οι δύο γονείς μου μεγάλωσαν μέσα σ’ αυτήν· ο μεν πατέρας ορφάνεψε μικρός και κατόπιν ξενιτεύτηκε, η δε μητέρα μεγάλωσε στα καθολικά ιδρύματα (όπου έχει πολλά να τους σύρει για τις «υπηρεσίες» που πρόσφεραν στα παιδιά). Έτσι, με μεγάλωσαν με την επωδό: «Να θεωρείς τον εαυτό σου πολύ τυχερό που γεννήθηκες στο δυτικό ημισφαίριο. Γιατί η ζωή που θα ζήσεις, είναι τελικά θέμα τύχης: το πού θα γεννηθείς».

Αυτό με σημάδεψε από μικρή ηλικία, και έτσι όταν έβλεπα στην τηλεόραση ντοκιμαντέρ για την ζωή σε άλλα σημεία του κόσμου, δεν άλλαζα κανάλι, αλλά τουναντίον επικέντρωνα την προσοχή μου, συνέλεγα πληροφορίες, έκανα συγκρίσεις και κατέληγα σε συμπεράσματα.

Δεν είμαι φιλόσοφος, επιστήμονας ή κάτι άλλο· ένας ονειροπόλος ιδεαλιστής έγινα (με αριστερίζουσες σκέψεις, χωρίς όμως κομματικές παρωπίδες —θέλω να πιστεύω). Αλλά κατέληξα, κάποτε, σε νεαρή ηλικία, στην σκέψη πως το πρόβλημα δεν ήταν άλλο από την απίστευτα βάρβαρη ανισοκατανομή του υλικού πλούτου.


[ Πηγή εικόνας ]


Η ταινία λοιπόν, δεν κατάφερε παρά μονάχα, να χτυπήσει με δύναμη τους φόβους μου: πως τα χειρότερα έπονται. Πως η φτώχια θα γιγαντωθεί με απίστευτα βάρβαρες και ολέθριες συνέπειες, όχι μόνο για το «σώμα» της ανθρωπότητας (και του πλανήτη με όλα τα υπόλοιπα έμβια όντα που πληρώνουν άθελά τους το τίμημα για το είδος μας), αλλά και για την συλλογική ψυχοσύνθεσή μας.

Ο πλανήτης μας είναι ένας πραγματικά θαυμάσιος κόσμος. Μπορεί να προσφέρει πολλά καλά πράγματα στους ανθρώπους και τις υπόλοιπες έμβιες υπάρξεις. Η τεχνολογία έχει προχωρήσει σε μεγάλο βαθμό, που αν χρησιμοποιούτανε με την σκέψη του συλλογικού καλού, και όχι της συσσώρευσης πλούτου προς τέρψιν της ανθρώπινης ματαιοδοξίας, θα έλυνε πολλά προβλήματα.

Μέσα σε έναν αιώνα, η ανθρωπότητα από το ένα, έφτασε τα εξίμιση δισεκατομμύρια άτομα. Στα νούμερα, η τεχνολογία γιγάντοσε την παραγωγή υλικών αγαθών (με μεγάλο οικολογικό τίμημα βέβαια, που τώρα άρχισε να μπαίνει στην συνείδηση του κόσμου), το λεγόμενο ακαθάριστο προϊόν των χωρών χορεύει σε τρελά νούμερα. Αυτό μας κάνει λοιπόν να διερωτόμαστε, αν είναι λογική η ύπαρξη αυτής της φτώχιας που περιγράφεται με απίστευτη γλαφυρότητα στην ταινία, αλλά και που επίσης αποτυπώνεται στα διάφορα ντοκιμαντέρ και τις δημοσιογραφικές αποστολές ανά τον πλανήτη. Γιατί υπάρχει; Γιατί δεν καταπολεμάται; Γιατί δεν εξαλείφεται; Υπάρχει στ’ αλήθεια τόσος λίγος πλούτος, που απλά δεν φτάνει για όλους; Γιατί δεν το πιστεύω αυτό; Είμαι απληροφόρητος, μωρός, ανεγκέφαλος, μικρόνοος να συνειδητοποιήσω κάποια πράγματα, κάποιες «μεγάλες αλήθειες»;

Η οικονομία του εικοστού αιώνα που έφυγε, ήταν κυρίως εικονική· ιδίως μετά τον ’Β.Π.Π., αϋλη οικονομία στήριξε την όποια ανάπτυξη, κυρίως με καταλήστευση εργασίας από τις λεγόμενες χώρες του φτηνού εργατικού δυναμικού. Ο πλούτος αυτός, με πλύσιμο και αλχημείες που απαξιώνουν και γελοιοποιούν τον μύθο της φιλοσοφικής λίθου, μετουσιώθηκε σε ευτυχία των δυτικών-ανεπτυγμένων χωρών, που όμως, να σου το, ήρθε το πλήρωμα του χρόνου να πληρώσουν το αληθινό τίμημα.

Οι κατασχέσεις οικιών, αυτοκινήτων και άλλων μοντέρνων αγαθών, έχουν αυξηθεί. Η παραγωγή-καταλήστευση πρέπει κάποτε να πληρωθεί. Ο νταβατζής δεν χαρίζει ποτέ τα λεφτά του, ακόμη κι’ αν αυτός ο νταβατζής είναι η ζωή, η δικαιοσύνη, η Νέμεσης.


[ Πηγή εικόνας ]


Με έναν προβληματισμό με άφησε η ταινία. Βλέποντας την, (μην γελιέστε, δεν είναι παραμύθι, δεν είναι μυθοπλασία του Hollywood· είναι η αλήθεια, εύπεπτα και ραφιναρισμένα σερβιρισμένη) γινόμαστε μάρτυρες της πραγματικότητας. Η «ανήθικη παραγωγή», η εκμετάλλευση, η άνιση διανομή του πλούτου, η εξαθλίωση μεγάλων μαζών της ανθρωπότητας προς τέρψιν της ματαιοδοξίας των ολίγων, οδηγεί στην απανθρωπιά, την κτηνωδία, τον σκοταδισμό, την μισαλλοδοξία, την βία, και εν τέλει στην καταβάθροση της πνευματικότητας, όχι των φτωχών και καταφρονημένων μόνο, αλλά ολόκληρης της ανθρωπότητας στο σύνολό της.

Κάποτε είχαμε το άλλοθι: «Δεν ήξερα, δεν γνώριζα, δεν είχα δει» —σήμερα, όχι πιά!

Ήρθε η ώρα και η στιγμή να διαλέξουμε αν θα ζήσουμε με καθαρή συνείδηση, πληρώνοντας το όποιο τίμημα, ή αν θα ζήσουμε με απαξίωση απέναντι στον εαυτό μας, απολαμβάνοντας τα –εν πλήρη γνώση μας– καταληστευμένα υλικά αγαθά, απλά ευχόμενοι να μην γυρίσει ο τροχός και βρεθούμε εμείς από κάτω· προβαίνοντας στις όποιες αναίσχυντες και ανήθικες πράξεις που αυτό απαιτεί όπως πόλεμος, αγραμματοσύνη, σκοταδισμός.

Και μιάς και η ταινία διαδραματίζεται στην Ινδία, θα κλείσω με μία φράση (που είναι ίσως γνωστή από την ομώνυμη ταινία) που είπε ο γνωστός –θέλω να πιστεύω–, όχι απλώς εθνικός (ινδός), αλλά παγκόσμιος ηγέτης, Μαχάτμα Γκάντι: «Βγάλτε από πάνω σας τα ρούχα που φτιάχτηκαν με κλεμμένο ιδρώτα. Βγάλτε τα όλα. Κι’ αν τυχών μείνετε μονάχα με το σώβρακο, να το φοράτε με υπερηφάνεια».

Καιρός για σκέψη λοιπόν, και σοβαρές προσωπικές αποφάσεις φίλτατοι αναγνώστες...

Υ.Γ.: Ο τρόπος με τον οποίον στο τέλος έρχεται η εξιλέωση και η κάθαρση, η όλη τραγικότητα στην ζωή των δύο αδελφών, είναι απλά, ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΗ!!


—ΤΕΛΟΣ—


Όποιος θέλει, μπορεί να αφήσει το σχόλιό του· με σεβασμό στον εαυτό του και στον συνάνθρωπό του. Σας ευχαριστώ που διαβάσατε το κείμενό μου.

Σύνδεσμοι: (ανοίγουν σε νέο παράθυρο)
Mohandas Karamchand Gandh - Wikipedia [English]
Μαχάτμα Γκάντι - Wikipedia [Ελληνικά]
Slumdog Millionaire - Official Site
Slumdog Millionaire [IMDB]
Slumdog Millionaire - Trailer at YouTube
Slumdog Millionaire - Wikipedia [English]