ΠΡΟΣΟΧΗ: Ακολουθεί ένα απόσπασμα από το βιβλίο του OSHO με τίτλο: «Βουτιές στον Ωκεανό της Ζωής». Το κείμενο δεν έχει σκοπό να προσηλυτίσει τον αναγνώστη σε κάποια θρησκευτική ή παραθρησκευτική αίρεση· αξίζει τον κόπο να διαβαστεί. Πιστεύω πως αν μη τι άλλο θα σας φανεί ενδιαφέρον και ίσως να σας βάλει σε σκέψεις.
Στο τέλος ακολουθούν προσωπικές απόψεις και σκέψεις, σχετικά με το κείμενο και το θέμα που πραγματεύεται.

Η δυστυχολαγνεία
κατά τον Osho
«Η δυστυχία έχει πολλά πράγματα να σου δώσει, που δεν μπορεί να σου τα δώσει η ευτυχία. Η ευτυχία σου παίρνει πολλά πράγματα. Η ευτυχία παίρνει όλα όσα είχες ποτέ, όλα όσα ήσουν ποτέ. Η ευτυχία σε καταστρέφει! Η δυστυχία θρέφει το εγώ σου και η ευτυχία είναι βασικά μια κατάσταση χωρίς εγώ.
Αυτό είναι το πρόβλημα, το επίκεντρο του προβλήματος. Γι’ αυτό οι άνθρωποι το βρίσκουν δύσκολο να είναι ευτυχισμένοι. Γι’ αυτό, εκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο έχουν αποφασίσει να ζουν μίζερα και δυστυχισμένα. Αυτό σου δίνει ένα πάρα πολύ αποκρυσταλλωμένο εγώ. Όταν είσαι δυστυχισμένος, υπάρχεις. Όταν είσαι ευτυχισμένος, δεν υπάρχεις. Μέσα στη δυστυχία αποκρυσταλλώνεσαι, μέσα στην ευτυχία σκορπίζεσαι.
Αν αυτό γίνει κατανοητό, τότε τα πράγματα γίνονται ξεκάθαρα.
Η δυστυχία σε κάνει ιδιαίτερο. Η ευτυχία είναι ένα συμπαντικό φαινόμενο. Δεν υπάρχει τίποτα το ιδιαίτερο σ’ αυτήν.
Τα δέντρα είναι ευτυχισμένα και τα ζώα είναι ευτυχισμένα και τα πουλιά είναι ευτυχισμένα. Ολόκληρη η ύπαρξη είναι ευτυχισμένη, εκτός από τον άνθρωπο. Με το να είναι δυστυχισμένος, ο άνθρωπος γίνεται πολύ ιδιαίτερος, ξεχωριστός.
Η δυστυχία σου δίνει την ικανότητα να προσελκύεις την προσοχή των ανθρώπων. Όποτε είσαι δυστυχισμένος, σε προσέχουν, σε συμπαθούν, σ’ αγαπούν. Οι πάντες αρχίζουν να σε φροντίζουν. Ποιος θέλει να πληγώσει έναν άνθρωπο δυστυχισμένο;
Αν η σύζυγος δεν είναι δυστυχισμένη, ο σύζυγος έχει απλώς την τάση να την ξεχνάει. Αν είναι δυστυχισμένη, ο σύζυγος δεν μπορεί να την αγνοήσει. Αν ο σύζυγος είναι δυστυχισμένος, ολόκληρη η οικογένεια –η σύζυγος, τα παιδιά– βρίσκονται γύρω του και τον νοιάζονται. Αυτό του δίνει μεγάλη παρηγοριά. Νιώθει κανείς ότι δεν είναι μόνος, ότι έχει οικογένεια, φίλους.
Όταν είσαι άρρωστος, όταν νιώθεις κατάθλιψη, οι φίλοι έρχονται να σε επισκεφθούν για να σε παρηγορήσουν. Όταν είσαι ευτυχισμένος, οι ίδιοι φίλοι ε ζηλεύουν. Όταν είσαι πραγματικά ευτυχισμένος, θα βρεις ολόκληρο τον κόσμο να έχει στραφεί εναντίον σου.
Σε κανέναν δεν αρέσει ο ευτυχισμένος άνθρωπος, επειδή ο ευτυχισμένος άνθρωπος πληγώνει το εγώ των άλλων. Οι άλλοι αρχίζουν να νιώθουν: «Ώστε εσύ είσαι ευτυχισμένος κι εμείς εξακολουθούμε να σερνόμαστε μέσα στο σκοτάδι, τη μιζέρια και την κόλαση. Πως τολμάς εσύ να είσαι ευτυχισμένος, όταν όλοι εμείς βρισκόμαστε μέσα σε τόση δυστυχία;»
Και ασφαλώς ο κόσμος αποτελείται από δυστυχισμένους και μίζερους ανθρώπους και κανένας δεν έχει αρκετό θάρρος, για να αφήσει ολόκληρο τον κόσμο να στραφεί εναντίον του. Αυτό είναι υπερβολικά επικίνδυνο. Το ρίσκο είναι πολύ μεγάλο. Είναι προτιμότερο να είσαι προσκολλημένος στη δυστυχία. Αυτό σε κάνει μέρος του πλήθους —του ινδουϊστικού, του μουσουλμανικού, του ινδικού, του αραβικού, του ιαπωνικού.
Ευτυχία; Ξέρεις τί είναι η ευτυχία; Είναι ινδουϊστική, είναι χριστιανική, είναι μουσουλμανική; Η ευτυχία είναι απλώς ευτυχία. Μεταφέρεται κανείς σε έναν άλλο κόσμο. Δεν είναι πια μέρος του κόσμου που έχει δημιουργήσει ο νους του ανθρώπου. Δεν είναι πια μέρος του παρελθόντος, της άσχημης ιστορίας. Δεν είναι πια μέρος του χρόνου.
Όταν είσαι πραγματικά ευτυχισμένος, ευδαιμονικός, ο χρόνος εξαφανίζεται, ο χώρος εξαφανίζεται.

Ο Αϊνστάιν έχει πει ότι στο παρελθόν οι επιστήμονες θεωρούσαν ότι υπάρχουν δύο πραγματικότητες —ο χώρος και ο χρόνος. Λέει όμως ότι αυτές οι δύο πραγματικότητες δεν είναι δύο. Είναι δύο όψεις της ίδιας πραγματικότητας. Γι’ αυτό και έπλασε την καινούργια λέξη “χωροχρόνος” —μία λέξη. Ο χρόνος δεν είναι παρά η τέταρτη διάσταση του χώρου.
Ο Αϊνστάιν δεν ήταν μύστης, αλλιώς θα μπορούσε να είχε εισάγει και την τρίτη πραγματικότητα, την υπέρβαση —ούτε χώρος ούτε χρόνος. Είναι αυτό που ονομάζω “παρατηρητής”. Και από τη στιγμή που υπάρχουν αυτά τα τρία, έχεις ολόκληρη την τριάδα. Έχεις ολόκληρη την αντίληψη του τριμούρτι, των τριών προσώπων του θεού. Τότε έχεις και τις τέσσερις διαστάσεις. Η πραγματικότητα έχει τέσσερις διαστάσεις: τρεις διαστάσεις χώρου και την τέταρτη του χρόνου.
Υπάρχει όμως κάτι άλλο, που δεν μπορεί να ονομαστεί πέμπτη διάσταση, επειδή δεν είναι η πέμπτη πραγματικότητα, είναι το όλο, το υπερβατικό. Όταν είσαι ευδαιμονικός, αρχίζεις να κινείσαι μέσα στο υπερβατικό. Αυτό δεν είναι κοινωνικό, δεν είναι παραδοσιακό, δεν έχει απολύτως καμία σχέση με το νου του ανθρώπου.
Απλώς κοίταξε τη δυστυχία σου, παρατήρησε και θα είσαι σε θέση να βρεις για ποιο λόγο υπάρχει. Κι όταν κοιτάξεις μέσα σ’ εκείνες τις στιγμές, όταν μια στο τόσο επιτρέπεις στον εαυτό σου τη χαρά του να χαίρεσαι, δες και τότε ποιες διαφορές υπάρχουν.
Όταν είσαι δυστυχισμένος, η κοινωνία σ’ αγαπάει, οι άνθρωποι σε σέβονται τόσο, που μπορείς να γίνεις ακόμη και άγιος. Γι’ αυτό και οι άγιοί σου είναι όλοι δυστυχισμένοι. Η δυστυχία είναι γραμμένη φαρδιά-πλατιά πάνω στο πρόσωπο και τα μάτια τους. Επειδή είναι δυστυχισμένοι, εναντιώνονται σε κάθε είδους χαρά. Επικρίνουν κάθε είδους χαρά ως ηδονισμό. Είναι δυστυχισμένοι και ήθελαν να δουν ολόκληρο τον κόσμο δυστυχισμένο. Στην πραγματικότητα, αυτοί οι άνθρωποι δεν μπορούν να θεωρηθούν άγιοι. Σε έναν ευτυχισμένο κόσμο, θα τους νοσήλευαν, θα τους έκαναν θεραπεία. Αυτοί είναι παθολογικοί άνθρωποι.
Έχω δει πολλούς αγίους κι έχω κοιτάξει και τις ζωές των αγίων σου. Οι ενενήντα εννέα στους εκατό είναι απλώς ανώμαλοι —νευρωτικοί ή ακόμα και ψυχωτικοί. Οι άνθρωποι όμως τους σέβονται. Και να θυμάσαι, τους σέβονται εξαιτίας της δυστυχίας τους.
Σπουδαίοι άγιοι, που έκαναν μεγάλες νηστείες, απλώς βασάνιζαν τον εαυτό τους. Αυτό δεν χρειάζεται και πολλή ευφυΐα. Τις πρώτες μέρες είναι δύσκολο —την πρώτη εβδομάδα. Η δεύτερη βδομάδα είναι εύκολη. Την τρίτη εβδομάδα, δεν μπορείς να φας. Την τέταρτη βδομάδα το έχεις ξεχάσει τελείως. Το σώμα απολαμβάνει να τρώει τον εαυτό του, αισθάνεται λιγότερο βαρύ και προφανώς δεν έχει προβλήματα με τη χώνεψη. Και όλη η ενέργεια που προηγουμένως πήγαινε στη χώνεψη, τώρα πηγαίνει στο κεφάλι. Μπορείς να σκέφτεσαι περισσότερο, μπορείς να είσαι περισσότερο συγκεντρωμένος, μπορείς να ξεχάσεις το σώμα και τις ανάγκες του.
Αυτά τα πράγματα όμως δημιουργούν δυστυχισμένους ανθρώπους και δυστυχισμένη κοινωνία. Κοίταξε τη δυστυχία σου και θα βρεις ότι σου δίνει πολλά πράγματα: Οι άνθρωποι σε σέβονται. Οι άνθρωποι νιώθουν πιο φιλικά απέναντί σου. Θα έχεις περισσότερους φίλους αν είσαι δυστυχισμένος. Αυτός είναι ένας πολύ παράξενος κόσμος. Κάτι σ’ αυτόν είναι θεμελιωδώς λανθασμένο. Δεν θα έπρεπε να συμβαίνει αυτό.
Ο ευτυχισμένος άνθρωπος θα έπρεπε να έχει περισσότερους φίλους. Γίνε όμως ευτυχισμένος και οι άνθρωποι θα σε ζηλεύουν. Δεν θα είναι πια φιλικοί μαζί σου. Νιώθουν ότι τους κοροϊδεύεις. Έχεις κάτι που δεν είναι διαθέσιμο σ’ εκείνους. «Εσύ γιατί είσαι ευτυχισμένος;» Έτσι, εδώ και αιώνες, έχουμε μάθει το μηχανισμό: Καταπιέζουμε την ευτυχία και εκφράζουμε τη δυστυχία. Αυτό έχει γίνει δεύτερη φύση μας.
Πρέπει να εγκαταλείψεις όλον αυτό τον μηχανισμό. Πρέπει να μάθεις να είσαι ευτυχισμένος και πρέπει να μάθεις να σέβεσαι τους ευτυχισμένους ανθρώπους και πρέπει να μάθεις να δίνεις περισσότερη προσοχή στους ευτυχισμένους ανθρώπους.
Να το θυμάσαι αυτό. Αυτή είναι μια μεγάλη προσφορά στην ανθρωπότητα. Μη δείχνεις οίκτο στους δυστυχισμένους ανθρώπους. Αν κάποιος είναι δυστυχισμένος, βοήθησέ τον, αλλά μην του δείχνεις οίκτο. Μην του δίνεις την ιδέα ότι η δυστυχία είναι κάτι που αξίζει να την κουβαλάει. Άφησέ τον να μάθει ότι τον βοηθάς, αλλά «αυτό δεν είναι από σεβασμό, είναι απλώς επειδή το έχεις ανάγκη.» Και δεν κάνεις τίποτα με το να προσπαθήσεις να μπεις μέσα στη δυστυχία του άλλου ανθρώπου για να τον βγάλεις από εκεί, επειδή η δυστυχία είναι άσχημη. Άφησε τον άνθρωπο να νιώσει ότι η δυστυχία είναι άσχημη, ότι το να είναι δυστυχισμένος δεν είναι προσφορά στην ανθρωπότητα.
Να είσαι ευτυχισμένος, να σέβεσαι την ευτυχία και βοήθα τους ανθρώπους να καταλάβουν ότι η ευτυχία είναι ο σκοπός της ζωής —σαττσινανάντ. Οι μύστες της Ανατολής έχουν πει ότι ο Θεός έχει τρεις ποιότητες. Είναι σατ –αλήθεια–, τσιτ –συνειδητότητα– και άναντ —ευδαιμονία.
Όπου υπάρχει ευδαιμονία, εκεί βρίσκεται και ο Θεός. Όποτε βλέπεις έναν ευτυχισμένο άνθρωπο, σεβάσου τον —είναι άγιος. Κι όποτε αισθάνεσαι ότι μια συνάθροιση ανθρώπων είναι γεμάτη ευδαιμονία, θεώρησέ την ιερό χώρο.»
Περί βιβλίου:
Τίτλος: Βουτιές στον Ωκεανό της Ζωής
Συγγραφέας: Osho
Εκδόσεις: Ρέμπελ
Σελίδες: 234
ISBN:960-7259-99-8

Πραγματικά, εμένα προσωπικά, το κείμενο αυτό μου άνοιξε τα μάτια. Συνειδητοποίησα πως κι εγώ χρησιμοποιούσα υποσυνείδητα –αλλά και συνειδητά μερικές φορές– αυτόν τον μηχανισμό.
Καλώς ή κακώς (μάλλον κακώς), από μικρή ηλικία διδασκόμαστε αυτόν τον μηχανισμό. Ποιος δεν θυμάται το κλαψιάρικο χαϊδεμένο της δασκάλας στο νηπιαγωγείο ή στο δημοτικό; Πάντα υπήρχε ένα παιδάκι που με το παραμικρό θα έβαζε τα κλάματα, και θα έτρεχε στον δάσκαλο ή την δασκάλα για να βρει παρηγοριά. Αρκετές φορές μάλιστα κι εμείς οι ίδιοι, γίναμε θύματα και θύτες της χρήσης αυτού του μηχανισμού. Σίγουρα, λίγο πολύ, όλοι μας νιώσαμε αδικημένοι μερικές φορές στην ζωή μας, όταν κάποιος συμμαθητής-γνωστός μας, κατάφερνε να κερδίσει κάτι με το να υποκριθεί –εν γνώσει μας– τον δυστυχισμένο· το θύμα.
«Πονάει το κεφάλι μου», «έχω στομαχόπονο», «Είναι άρρωστή η γιαγιά μου», και άλλα πολλά. Κλασσικές δικαιολογίες για να την σκαπουλάρουμε και να την σκαπουλάρουν από δύσκολες καταστάσεις.
Το τραγικό είναι πως ο Όσσο έχει δίκιο ως προς την επιβράβευση: Ο δάσκαλος ή η δασκάλα, πάντα προσέτρεχε στο «πληγωμένο» παιδάκι· του έδινε αμέριστη προσοχή, κατανόηση, χάδια κι αγάπη. Όταν τα παιδιά όμως φωνάζουν δυνατά, τρέχουν και παίζουν και σηκώνουν τις γειτονίες ή την σχολική αυλή στο πόδι, επειδή είναι ευτυχισμένα, πάντα πετάγεται κάποιος να φωνάξει δυνατά ένα: «Σκάστε», «μην φωνάζετε!», «Κάντε ησυχία», και άλλα πολλά —τα επιπλήττουν με απλά λόγια(!)
Ακόμη και με τους γονείς ισχύει αυτό. Όταν το παιδί είναι μελαγχολικό, κλαμένο ή γενικώς θλιμμένο, αμέσως τρέχουν να τον ρωτήσουν τί έχει· ασχολούνται μαζί του. Πολλές φορές μάλιστα, το καλοπιάνουν με μικροδωράκια όπως γλυκίσματα, βόλτες και παιχνίδια. Όταν το παιδί είναι ευτυχισμένο και παίζει αμέριμνα στην αυλή, το αγνοούν. Δεν το φωνάζουν να του δώσουν ένα φιλί, μια αγκαλιά, μια έκπληξη!
Σίγουρα δεν είναι δύσκολο στο παιδί να μάθει, ότι το να εκμεταλλεύεσαι την φυσική ιδιότητα του ανθρώπου, να συμπονάει τον πλησίον του, είναι πολύ πιο κερδοφόρο· τόσο σε συναισθηματικό όσο και σε υλιστικό επίπεδο.
Το ίδιο συμβαίνει καθώς μεγαλώνει κι ενηλικιώνεται ο άνθρωπος. Βλέπεις κάποιον στον δρόμο και τον ρωτάς πώς πάει, πως νιώθει, αν είναι όλα καλά. Η συνηθέστερες απαντήσεις είναι του είδους: «Εχ, δε βαριέσαι», «Καλά μωρέ... ζούμε», «Προσπαθούμε», «Το κατά δυνάμει» κ.τ.λ. Σχεδόν ποτέ ή πάρα πολύ σπάνια, θα ακούσεις μια θετική απάντηση του είδους: «Όλα καλά!», ή «Δόξα τον θεώ, είμαστε μια χαρά» ή κάτι παρόμοιο. Νομίζεις πως η δυστυχία –αυτή μόνο– είναι ίδιον αυτού του κόσμου—ΔΕΝ υπάρχει ευτυχία!
Ένα κλασσικό παράδειγμα είναι οι Ρόμ (ή τσιγγάνοι αλλιώς). Είναι άνθρωποι που από μικροί, έχουν μάθει να είναι δουλοπρεπείς, να παρακαλάνε και να ζητιανεύουν την λύπη μας. Ξεγυμνώνονται οι ίδιοι, αλλά και τα παιδιά τους, για να προκαλέσουν τον οίκτο μας, την λύπησή μας. Κυκλοφορούν μέσα στον χειμώνα ξυπόλυτα –ξεβράκωτα μερικές φορές– και μας χτυπάνε το τζάμι του αυτοκινήτου, παρακαλώντας για μια επίδειξη της γενναιοδωρίας μας. Άλλοτε δίνουμε κάτι· άλλοτε όχι. Μόλις ήρθαμε σε επαφή με την απόλυτη φτώχια και πνευματική και συναισθηματική εξαθλίωση. Λίγα μέτρα παρακάτω συναντάμε κάποιον γνωστό, βγαίνουμε από το αυτοκίνητό μας(!), φορώντας ζεστά ρούχα(!) κι έχοντας ένα πορτοφόλι με χρήματα στην τσέπη(!) κι ένα ζεστό σπίτι για να πάμε το μεσημέρι και να φάμε ζεστό, μαγειρευτό φαγητό(!). Στην ερώτηση που θα μας κάνει: «Πώς είσαί;» θα του απαντήσουμε με μια κλασσική, παραπονιάρικη απάντηση: «Εχ... καλά μωρέ... το παλεύουμε»!!
Κάποιος είπε κάποτε, αναφερόμενος στο γεγονός πως οι άνθρωποι που ζουν στις λεγόμενες «ανεπτυγμένες» χώρες, δηλώνουν πιο δυστυχισμένοι απ’ ό,τι αυτοί που ζουν στις λεγόμενες «υποανάπτυκτες» χώρες, που έχουν πληθώρα καθημερινών προβλημάτων επιβίωσης, πως «όλοι έχουν δικαίωμα στην δυστυχία».
Για χρόνια συμμεριζόμουν αυτόν τον ισχυρισμό· σήμερα, ομολογώ πως έχω αμφιβολίες. Ναι, σίγουρα μπορούμε κι εμείς να θρηνούμε και να δυστυχούμε για τον χαμό αγαπημένων προσώπων· μια ατυχή στιγμή· ένα ατύχημα που μας κόστισε υλικά αγαθά όπως ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα που κατέστρεψε το όχημα, ή μια πυρκαγιά που μας κατέκαψε το σπίτι. Υπάρχει όμως μέτρο; Υπάρχει σημείο μετά το οποίο πάμε στην ύβρη (με την αρχαία σημασία· της υπέρβασης του μέτρου και της αναπόφευκτης τιμωρίας γι’ αυτό);
Μπορούμε να κλαίμε και να δηλώνουμε δυστυχείς που κρυώνουμε χειμωνιάτικα ενώ φοράμε ακριβά ρούχα φτιαγμένα από φτωχούς ανθρώπους στις «υποανάπτυκτες» χώρες, που μετά βίας καλύπτουν την κοιλιακή μας χώρα και τον πισινό; Μπορούμε να δηλώνουμε δυστυχισμένοι τα Χριστούγεννα, επειδή οι (κωλο-;) γονείς μας δεν μας αγοράζουν το νέο κινητό με τις χι νέες εξελιγμένες δυνατότητες, με το σκεπτικό πως το «παλιό» μας τηλέφωνο δεν έχει καν χρονίσει; Έχουμε το δικαίωμα να κλαιγόμαστε που είμαι υπέρβαροι, και που δεν μπορούμε να αγοράζουμε τα ρούχα που μας αρέσουν στις βιτρίνες, την ώρα που τις κοιτάζουμε τρώγοντας ένα διπλό σάντουιτς, με μπόλικες πατάτες τηγανισμένες σε αμφιβόλου ποιότητας λάδι;
Αντί να σκεφτούμε πόσο ευτυχισμένοι θα έπρεπε να ήμαστε που έχουμε ρούχα να φορέσουμε, γονείς να μας νοιάζονται, και φαγητό υπέρ του δέοντος για να τρώμε, γκρινιάζουμε και δηλώνουμε δυστυχείς!
Μήπως –λέω μήπως!– έχει και λίγο δίκιο ο Όσσο;
Μήπως πρέπει να αποβάλουμε σιγά-σιγά αυτόν τον μηχανισμό;
* * *
Και για να προσθέσω και την προσωπική μου πινελιά ως ανθρώπου που, εξόν από τις όλες συνηθισμένες ιδιότητες του κάθε ανθρώπου, έχω κι αυτή του ομοφυλόφιλου ανήρ: Μήπως και οι «γκέι» έχουν αγκιστρωθεί άσχημα από αυτό το αγκίστρι της «δυστυχολαγνείας» και παίζουν υπερβολικά τον ρόλο του θύματος;
Σίγουρα δεν λέω πως η ζωή ενός ομοφυλόφιλου είναι στρωμένη με ροδοπέταλα· και γνωρίζω μερικούς γκέι που μπορούν να με ανατριχιάσουν (και να σας ανατριχιάσουν) με τις προσωπικές τους ιστορίες. Αλλά το όλο γκέι κίνημα γενικώς, δείχνει να προβάλει μια εικόνα του κατατρεγμένου πρόσφυγα που τον φτύνει η κοινωνία. Μήπως έτσι όμως, προκαλούμε και την κοινωνία να μας φέρεται σαν θύματα· να μας δείχνει οίκτο δηλαδή, αντί για σεβασμό και αποδοχή —αυτό που πραγματικά αποζητούμε δηλαδή;
Μεγάλο θέμα ανοίγω, που δεν νιώθω επί της παρούσης έτοιμος να το αναπτύξω και να το ψάξω διεξοδικά. Δίνω όμως –ελπίζω–, λίγη «τροφή» προς επεξεργασία και γενικότερη σκέψη.
Όποιος θέλει, μπορεί να αφήσει το σχόλιο του· με σεβασμό στον εαυτό του και στον συνάνθρωπό του. Σας ευχαριστώ που διαβάσατε το κείμενό μου.
Τάδε έφη,
Ναυτίλος Του Διαδικτύου (Περικλής Π.)
Σύνδεσμοι: (ανοίγουν σε νέο παράθυρο)
http://en.wikipedia.org/wiki/Osho
http://www.osho.com/