10/15/2008

55. Εικαστικά (β’) & Κατάθλιψη


Εικαστικά (β’) & Κατάθλιψη


Μιά άγρια «καταθλιψάρα» που πέρασα τον Σεπτέμβριο, λόγω μιάς επίσκεψης συγγενούς και διάφορων προσωπικών αυτογνωστικών προβλημάτων, μ’ έστειλαν στο ντουβάρι της ακινησίας, της παραλισίας και γενικώς του «δε με νοιάζει τίποτα», μ’ αποτέλεσμα να παρατήσω το blog για πάνω από έναν μήνα. Η απουσία δεν έγινε αντιληπτή από κανέναν όμως, κι αυτό όσο νά ’ναι λέει πολλά.

Δεν ξέρω αν αυτά που γράφω έχουν σημασία, αν έχουν απήχηση σε κανέναν. Αν και βέβαια, σε τελευταία ανάλυση, διαπιστώνω πως αυτό δεν έχει και τόση μεγάλη σημασία. Το blogging τον κάνω γιά ’μένα, γιατί με ηρεμεί, γιατί με εκφράζει, κι όχι επειδή αναζητώ να γίνω δημοσιογράφος, ή έστω, διαδικτυακή περσόνα.

Στο μέλλον, ευελπιστώ να ξεμουδιάσω κάπως και να βάλω πάλι εμπρός το γράψιμο, μιάς και το σώμα θυμίζει πολλές φορές μηχανή, που όσο δεν την δουλεύεις, σκουριάζει και δυσκολεύεται να πάρει πάλι ’μπρός.

Έως τότε, σας αφήνω με μερικές από τις τελευταίες μου εικαστικές δημιουργίες από την συλλογή μου στο DeviantArt. Όλα, όπως θ’ αντιληφθείτε, ανήκουν στην "gay art collection".

Ειδική σημείωση για τα copyrights:
Όπως θα διαβάσετε και στις εικόνες, στο αγγλικό κείμενο, τα έργα μου τα δίνω ελεύθερα στο διαδίκτυο. Επιτρέπω την ελεύθερη τους αναδιανομή, επεξεργασία και χρήση, με οποιοδήποτε μέσο ή τρόπο.


[Κάντε κλικ με το ποντίκι σας επάνω στις εικόνες για μεγαλύτερη προβολή]








—ΤΕΛΟΣ—


Όποιος θέλει, μπορεί να αφήσει το σχόλιό του· με σεβασμό στον εαυτό του και στον συνάνθρωπό του. Σας ευχαριστώ που διαβάσατε το κείμενό μου.

Τάδε έφη,
© Ναυτίλος Του Διαδικτύου (Περικλής Περικλής)

9/06/2008

54. Οι Μελιτζάνες Της Οργής


Οι Μελιτζάνες Της Οργής



[ Πηγή εικόνας ]


«Έλα τ’ απόγευμα απ’ το σπίτι», μου λέει ο πατέρας μου πριν φύγει, «έχουμε γαμάτη μελιτζανοσαλάτα. Τόνους ολόκληρους!»
«Τί εννοείς "τόνους ολόκληρους";» τον ρωτάω.
«Μαζέψαμε δυό σακιά», μου απαντάει. «Τις πήραμε απ’ το χωράφι».
«Πατέρα; Πάλι "ληστέψατε κάποιο χωράφι";» τον ρωτάω περιπαιχτικά.
«Όχι. Είναι στον Νέστο, ένας που έβαλε ολόκληρο χωράφι και τις μοιράζει τζάμπα».
«Γιατί;» τον ρωτάω με περιέργεια.
«Γιατί; Γιατί τον είπανε τον καημένο να βάλει μελιτζάνες για να τις πάρει το εργοστάσιο. Βιολογικές παρακαλώ. Χωρίς λίπασμα, χωρίς τίποτα».
«Και;»
«Και, όταν ήρθε η ώρα να τις πάει για πούλημα του είπανε πως δεν του τις παίρνουνε».
«Αυτό είναι τρελό».
«Όχι αγόρι μου. Δεν είναι τρελό. Δεν καταλαβαίνεις;» με ρωτάει. Αλλά καταλαβαίνω πολύ καλά και τον συμπληρώνω:
«Για να τον αναγκάσουνε να ρίξει την συμφωνηθέντα τιμή;»
«Ακριβώς! Ούτε πέντε σεντς το κιλό!»
«Και τί θα κάνει τώρα;»
«Θα τα περάσει με την φρέζα. Τίποτα δε’ θ’ αφήσει. Μέχρι τότε, έχει βγάλει έναν πάγκο και δίνει σ’ όποιον περνάει τζάμπα».
«Κατάλαβα».
«Θά ’ρθεις;»
«Όχι... μου κόπηκε η όρεξη...»
«Μην το βλέπεις έτσι... Τουλάχιστον να μην πάει στα σκουπίδια τόσο φαΐ. Κρίμα είναι... τόσος κόσμος πεινάει».
«Κι ο αγρότης; Πώς θα τα βγάλει πέρα;» ρώτησα.
Ο πατέρας ανασήκωσε τους ώμους μην ξέροντας να απαντήσει. Έκλεισε την πόρτα κι έφυγε.

Αληθινός διάλογος,
εν Ξάνθη, Παρασκευή 5 Σεπτεμβρίου 2008.

Σχόλια κανείς;...


—ΤΕΛΟΣ—


Όποιος θέλει, μπορεί να αφήσει το σχόλιό του· με σεβασμό στον εαυτό του και στον συνάνθρωπό του. Σας ευχαριστώ που διαβάσατε το κείμενό μου.

Τάδε έφη,
© Ναυτίλος Του Διαδικτύου (Περικλής Περικλής)

9/04/2008

53. Ζώντας Εγκλωβισμένος Στο Οικονομικό Τέλμα


Ζώντας Εγκλωβισμένος Στο Οικονομικό Τέλμα


Απόγευμα αρχών μηνός Σεπτεμβρίου, σωτηρίου έτους δύο χιλιάδες οχτώ Μ.Κ.Χ. Ο καιρός είναι ευχάριστα ζεστός, ίσα-ίσα ώστε να μου επιτρέπει κάθομαι μπροστά στον υπολογιστή φορώντας μοναχά το σλίπ, και χωρίς την λειτουργία του ανεμιστήρα. Ζώντας κι εκτός πόλεως, απολαμβάνω ένα ελαφρύ αεράκι, καθώς και το τιτίβισμα των πουλιών που βρίσκουν καταφύγιο στα δέντρα της αυλής, που με αγάπη φυτεύτηκαν προ είκοσι και βάλε ετών. Ειδυλλιακό περιβάλλον, που όμως δεν καταφέρνει να μου προσφέρει κάποια ψυχική γαλήνη ή ηρεμία.

Συν τις άλλης, είναι κι η τέταρτη ημέρα, μετά της «απολύσεώς» μου από την καλοκαιρινή εργασία μου. Εδώ και σχεδόν δέκα χρόνια, κάθε δεκαπενθήμερο Χριστούγεννα-πρωτοχρονιά-φώτων, δεκαπενθήμερο του Πάσχα, και τρίμηνο καλοκαιρινών διακοπών Ιούνιος-Αύγουστος, εργάζομαι καλύπτοντας τις άδειες του μόνιμου προσωπικού ενός ξενοδοχείου, το οποίο ανήκει σε οικογενειακό φίλο. Εννοείται πως η εργασία είναι αδήλωτη, χωρίς ένσημα και «λοιπές βλακείες» (εδώ γελάμε), με μισθό εξακοσίων ευρώ. Η εργασία είναι μίση-μισή: απογευματινή βάρδια, 14:00-22:00, και βραδινή βάρδια, 22:00-06:00· ανάλογα με το ποιος υπάλληλος έχει άδεια. (Έχω ξεχάσει τί θα πεί θάλασσα κ.τ.λ.)

Εξών αυτών των χρημάτων, άλλο εισόδημα δεν υπάρχει. Και σε περίπτωση που κάποιοι διερωτηθούν για το πώς ζω, θα απαντήσω με ντροπή πως, ναι, με συντηρεί ο πατέρας μου, του οποίου το εισόδημα προέρχεται από ένα μικρό ενοίκιο από το παλιό του μαγαζί το οποίο νοικιάζει. Τουτέστιν, με το ενοίκιο, και τα έξτρα χρήματα που βγάζω ένα τετράμηνο τον χρόνο, προσπαθούμε να ζούμε δύο άτομα. Το συνολικό εισόδημα, επ’ ουδενί άγγιζε το –πάλαι ποτέ– αφορολόγητο όριο των 10.500 ευρώ. Αν το διαιρέσουμε στο μισό, μιάς και πατέρα-υιός έχουμε κοινό ταμείο, τα έσοδα του καθενός είναι κάτω των 5.250 ευρώ!

Με αυτά τα χρήματα, πρέπει να εξοφληθούνε λογαριασμοί του ηλεκτρικού, των τηλεπικοινωνιών, του νερού, της θέρμανσης, τέλη κυκλοφορίας, ασφάλειες κι άλλα. Εκεί που λέμε: «υγεία να υπάρχει», έρχεται κι ο «ευφυέστατος» υπουργός των οικονομικών, με μέτρα που θα «ενισχύσουν» τα έσοδα του κράτους, που κατόπιν, λέει, θα ενισχύσουν τους «οικονομικά ασθενέστερους».


[ Πηγή εικόνας ]


Συγκεκριμένα, το κράτος με «ενισχύσει» (αλήθεια, με έσοδα κάτω των 5.250 ευρώ, ανήκω στους «κάτω από το όριο της φτώχιας»;) καθημερινά, με τα παρακάτω μέτρα:

1) Καταργεί το αφορολόγητο για αυτούς που ζούνε μόνο από ενοίκιο. (Πατέρα, ξέχνα μόνο το χαρτόσημο!)

2) Ανεβάζει τα τέλη κυκλοφορίας για τα παλιά «ρυπογόνα» αυτοκίνητα. Δεν με ρωτάει εάν έχω τα χρήματα να αντικαταστήσω το 28 ετών R4 των γονιών μου, που είναι δηλωμένο στο όνομά μου, με ένα νέο. Άσε που αν πάρω αμάξι με δόσεις, θα με ρωτήσει το κράτος: «Πόθεν έσχες» με δήλωση κάτω των 5.250 ευρώ;! (Όλ’ αυτά για το καλό του περιβάλλοντος, την ώρα που η Δ.Ε.Η. έχει δρομολογήσει κατασκευή τεράστιου εργοστασίου παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας με χρήση λιθάνθρακα στην Καβάλα!)

3) Ως μακροχρόνια κατόχου με κάρτα ανεργίας από τον Αύγουστο του 2000, δεν μου εξασφαλίζει καμία οικονομική βοήθεια, γιατί δεν έχω τα δύο χρόνια ενσήμων που χρειάζονται. Λογικό, αφού «επίσημα» δεν έχω εργαστεί ποτέ. Άσχετα αν έχω εργαστεί σε συνεργείο, τυπογραφείο, γραφιστικό γραφείο, σε γραφείο υπηρεσιών web ως σχεδιαστής web σελίδων, ξενοδοχοϋπάλληλος κ.τ.λ. Βέβαια, θα μου πούνε πως εγώ φταίω, επειδή δεν καταγγέλλω τους εργοδότες μου. Διόλου δεν διερωτώνται που θα βρω δουλειά σε μία μικρή πόλη σαν την Ξάνθη, όταν βγει φόρα πως «γαμάω» τους εργοδότες μου. «Την ευθύνη την έχουν οι πολίτες», δικαίως θα πούνε οι ορθολογιστές. Τί να πώ; Είμαι ένας παλιοδειλός —what ever!

4) Το κράτος λέει, πως οι κάτοχοι κάρτας ανεργίας, μετά το εικοστό ένατο έτος της ηλικίας τους, δεν δικαιούνται δωρεάν ασφάλιση στο Ι.Κ.Α. και υπάγονται στο ταμείο πρόνοιας. Ελα ντέ που εκεί δεν με ασφαλίζουν γιατί εμφανίζω εισόδημα από το ενοίκιο που παίρνω στο όνομα του πατέρα μου. Άνεργος μπορεί να είμαι, λέει ο νόμος, αλλά έσοδα έχω. Άρα, μπορώ να πληρώσω μόνος μου τον γιατρό και τα φάρμακα όταν αρρωσταίνω. Sure —what ever!

5) Ανακοινώνεται η πρόθεση της κυβέρνησης, να βάλει χέρι –αλα Μπερλουσκόνη– στους «νεκρούς» λογαριασμούς. Θυμήθηκα πως έχω κάνα δυό σε τράπεζες, με ποσά κάτω των εκατό ευρώ. Επίσης, έμαθα πως χρεώνομαι έξοδα συντηρήσεως λογαριασμών! Τους έκλεισα αμφότερους κι ευτυχώς, δεν χρειάστηκε να πληρώσω κι από πάνω.

6) Η ανεργία στην Ξάνθη, ανεπίσημα είναι πάνω από το είκοσι τις εκατό. Επίσημα είναι πολύ λιγότερη, χάρης στα προγράμματα και τις αλχημείες των υπουργιών οικονομικών και εργασίας. Οι προοπτικές να βρω δουλειά, είναι «πολύ ευοίωνες».

Κατά τ’ άλλα, χειμώνας έρχεται, χρήματα για πετρέλαιο δεν έχουμε μαζέψει ακόμη (κι ούτε ξέρω εάν θα μαζέψουμε). Αγοράσαμε όμως δυό τόνους ξύλα για την ξυλόσομπα· λογικά θα μας βγάλουν μέχρι τον Ιανουάριο. Ο νοικάρης χρωστάει πάλι τρία ενοίκια, που μάλλον δεν θα τα πάρουμε ποτέ, και θ’ αναγκαστούμε να προβούμε σε έξωση (είναι που πάει καλά η οικονομία βλέπεις). Ο πατέρας πέρασε τα εξήντα, κι ελπίζει στην σύνταξη· αν κι όταν την εγκρίνουν. Το ότι εργάζεται από τα δώδεκα δεν έχει σημασία, γιατί και στον καιρό του εργάζονταν εργάτες χωρίς ένσημα. Εγώ είμαι άνεργος, και δεν ευελπιστώ σε τίποτα. Ουσιαστικά έχουμε μηδαμινό εισόδημα αυτή την στιγμή.

Εν τω μεταξύ, ο υπουργός καταργεί το αφορολόγητο· αυξάνει τα τέλη κυκλοφορίας, λέγοντάς μου γελώντας, πως με τιμωρεί επειδή οδηγάω ένα παλιό αυτοκίνητο και πως πρέπει να πάρω καινούργιο, ενώ δηλώνει απώλειες εκατομμυρίων στις δημόσιες επιχειρήσεις (βλ. Δ.Ε.Η. που από το +500 εκ. ευρώ το 2004, χρωστάει τώρα 112 εκ. ευρώ για το 2008!). Ταυτόχρονα, σκάνδαλα με μίζες που κόστισαν εκατομμύρια και δισεκατομμύρια ευρώ στο δημόσιο για 20 και βάλε χρόνια, περνάνε στα ψιλά. Το κράτος αυξάνει τα λειτουργικά του έξοδα κατά 7% το πρώτο εξάμηνο του 2008, και γενικώς δεν τρέχει κάστανο.


[ Πηγή εικόνας ]


Ναι, μπορεί να έχω αυλή και τα πουλιά να κελαηδάνε. Μέσα μου όμως νιώθω άφατη ανασφάλεια, τρόμο, και φόβο για το μέλλον. Δεν βλέπω τίποτα καλό στην ζωή μου, και δεν διαγράφεται τίποτα ελπιδοφόρο για το άμεσο μέλλον.

Εξακολουθώ να κατακλύζομαι από αισθήματα ενοχής παρ’ όλ’ αυτά. Ποιά η ευθύνη μου σε αυτή την κατάσταση; Ποιές ενέργειες θα έπρεπε να είχα κάνει, ή, και μπορώ να κάνω για αλλάξω την κατάσταση; Μπορώ να κάνω κάτι μόνος μου, ή είμαι σταγόνα στον ωκεανό;

Καλό χειμώνα νά ’χουμε, κι όποιος αντέξει.

Υ.Γ.: Το παρών κείμενο γράφτηκε «εν βρασμό ψυχής». Παρακαλώ, συγχωρέστε τυχών ορθογραφικά και εκφραστικά λάθη.


—ΤΕΛΟΣ—


Όποιος θέλει, μπορεί να αφήσει το σχόλιό του· με σεβασμό στον εαυτό του και στον συνάνθρωπό του. Σας ευχαριστώ που διαβάσατε το κείμενό μου.

Τάδε έφη,
© Ναυτίλος Του Διαδικτύου (Περικλής Περικλής)

8/26/2008

52. Φέρτε μου ένα δάνειο να ξεμπερδεύω!


Φέρτε Mου Ένα Δάνειο Να Ξεμπερδεύω!


Όταν ήμουνα μικρότερος, εκεί γύρω στα δεκαπέντε μου χρόνια, όπου άρχιζα, κάπως, να σκαμπανεβάζω από οικονομικά, με πληροφόρησε ο πατέρας μου πως χρωστούσα περί τα πέντε εκατομμύρια δραχμές (5.000.000) –τότες–, λόγο των διαφόρων δανείων που έχει λάβει κατά καιρούς το κράτος της Ελλάδας.

Τότες, δεν μου είχε φανεί μεγάλο το ποσό, μιάς και το είχα παρομοιάσει με το κόστος απόκτησης ενός μέσου αυτοκινήτου. Σκέφτηκα τότες, με το αφελές(;) μυαλουδάκι μου, πως άμα ήθελα, θα μπορούσα να βγάλω κάποια στιγμή τόσα χρήματα και να ξεχρεώσω να ξεμπερδεύω, μιάς και η αίσθηση του να χρωστάω χρήματα, κυριολεκτικά με διαλύει ψυχολογικά.


[ Πηγή εικόνας ]


Πέρασανε τα χρόνια, μεγάλωσα και το ξέχασα. Το θυμήθηκα ξανά σήμερα, όταν διάβασα σε μία ιστοσελίδα πως το χρέος του «καθενός» μας, έχει ανέβει στα είκοσι πέντε χιλιάδες διακόσια ευρώ (25.200), ήτοι οχτώ εκατομμύρια εφτακόσιες δώδεκα χιλιάδες εννιακόσιες (8.712.900) παλαιές δραχμές.

Έτσι θέτω ξανά στα τριάντα μου χρόνια το ερώτημα. Μπορώ να πάω σε μιά τράπεζα, να πάρω ένα δάνειο 30.000 ευρώ, και να πάω να τα σκάσω στο κράτος και να ξεπληρώσω εφάπαξ το χρέος μου, ως ένας από τα 11 εκατομμύρια πολίτες αυτού του κράτους; Γιατί, εξών που δεν μου αρέσει να χρωστάω, τίποτα δεν με εξασφαλίζει και δεν με διαβεβαιώνει πως οι «ανίκανοι» που γενικότερα κυβερνούν(;) αυτό το κράτος, δεν θα με χρεώσουν παραπάνω στα επόμενα χρόνια.

Προτού λοιπόν συμβεί κάτι τέτοιο, θέλω από τώρα να ξεχρεώσω και... να βγώ από το παιχνίδι. Όσο για το χρέος στην τράπεζα; Θα είναι πάλι σαν να αγόρασα ένα ακριβό αυτοκίνητο. Θα το ξεπληρώσω σιγά-σιγά σε πέντε-εφτά χρονάκια, και θα ξεμπερδέψω. Μπορώ;

Ρωτάω: Μπορώ;


Υ.Γ.: Ξέρω πως το ερώτημα είναι ρητορικό, και πως δεν μπορώ έτσι απλά να «βγω» από το παιχνίδι. Γιατί απλούστατα, εξακολουθώ να είμαι πολίτης αυτού του κράτους και να συμμετέχω στην ζωή, στα έργα και τις πράξεις του. Πως απολαμβάνω κάποιες παροχές(;!) όπως υγείας π.χ. (;!!) κ.τ.λ. Αλλά ρε γαμώ το. Αυτή η ιδέα να πληρώσω μια κι έξω το χρέος μου και να ξεμπερδέψω, πολύ μου αρέσει —που να πάρει!


—ΤΕΛΟΣ—


Όποιος θέλει, μπορεί να αφήσει το σχόλιό του· με σεβασμό στον εαυτό του και στον συνάνθρωπό του. Σας ευχαριστώ που διαβάσατε το κείμενό μου.

Τάδε έφη,
© Ναυτίλος Του Διαδικτύου (Περικλής Περικλής)

8/02/2008

51. Αφιέρωμα: Ντίνος Χριστιανόπουλος


Αφιέρωμα:
Ντίνος Χριστιανόπουλος


Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος γεννήθηκε στην πόλη της Θεσσαλονίκης το 1931. Έχει γράψει ποίηση και τραγούδια. Η ιδιαιτερότητά του, αντί να γίνει βραχνάς, έγινε μούσα στα επιδέξια χέρια του μυαλού του.

Γράφει για όλους: για τους άνδρες, τις γυναίκες, τα παιδιά, μα κυρίως για «τ’ αγόρια που δεν γίνονται ποτέ άνδρες». Εκδίδει ποιήματα, όπου περιγράφει την τραγικότητά του, σε μια εποχή που το όλο θέμα της αρσενοκοιτίας, ήταν ταμπού κι απαγορευμένο. Κι αυτό είναι που τον κάνει τόσο σπουδαίο.

Στα ποιήματά του, διακρίνεται ο προσωπικός του πόνος, στην αναζήτηση μιάς αδελφής (η λέξη χωρίς εισαγωγικά) ψυχής, ή έστω μιάς νύχτας χωρίς μοναξιά. Εξών αυτού όμως, μερικά ποιήματα ξενίζουν τον σύγχρονο αναγνώστη, κυρίως για την στερεότυπη εικόνα του άνδρα που έχει παγιδεύσει ο ποιητής μέσα στο μυαλό του. Ας μην τον κρίνουμε απόλυτα και μ’ ελαφρά την καρδία. Ο Χριστιανόπουλος πας κάνει την τιμή, μέσω των ποιητικών, μικρών ψυχογραφημάτων του, να μας μεταφέρει λίγη από την μυρουδιά μιάς άλλης εποχής —της δικής του εποχής.

Ας βουτήξουμε λοιπόν σε δώδεκα ποιήματά του (που πραγματικά με παίδεψε η επιλογή τους, ανάμεσα σε τόσα άλλα υπέροχα που έμειναν απ’ έξω), κι ας ξεκινήσουμε με το αγαπημένο μου, αυτό που με εκφράζει στο εκατό τοις εκατό.




1. ΑΚΑΤΑΛΛΗΛΟΣ ΓΙΑ ΤΡΥΦΕΡΟΤΗΤΑ

Είσαι ο πρώτος που μου πρότεινες έρωτα.
Η πρότασή σου με αναστατώνει.
Νιώθω ακατάλληλος για τρυφερότητα.
‘Ως τώρα χτυπιόμουν από τοίχο σε τοίχο.
Συνήθισα σε ψίχουλα και παρακάλια.

Πές το μαζοχισμό, πές το όπως θέλεις,
Νιώθω ακατάλληλος για τρυφερότητα.

2. ΕΝΟΣ ΛΕΠΤΟΥ ΣΙΓΗ

Εσείς που βρήκατε τον άνθρωπό σας
κι έχετε ένα χέρι να σας σφίγγει τρυφερά,
έναν ώμο ν’ ακουμπάτε την πίκρα σας,
ένα κορμί να υπερασπίζει την έξαψή σας,

κοκκινίσατε άραγε για την τόση ευτυχία σας,
έστω και μια φορά;
είπατε να κρατήσετε ενός λεπτού σιγή
για τους απεγνωσμένους;

3. ΤΟΣΗ ΛΑΤΡΕΙΑ, ΤΟΣΗ ΤΡΥΦΕΡΟΤΗΤΑ

«Δυό μήνες του πωλούσα έρωτα,
τού ’φαγα κάμποσα λεφτά».
Τυχαία τ’ άκουσα σ’ ένα λεωφορείο
και σφίχτηκε η καρδιά μου.

Για ποιόν να το έλεγαν άραγε;
Αύριο θα το πουν και για μένα.
Τόση λατρεία, τόση τρυφερότητα,
όλα καταλήγουν στον νταβά.

4. ΝΥΧΤΑ, ΧΑΡΙΣΕ ΜΟΥ ΕΝΑ ΚΟΡΜΙ

Νύχτα, χάρισέ μου ένα κορμί,
να χορτάσω κι απόψε την έξαψή μου,
να σκοτώσω κι απόψε την απόγνωσή μου,
δεν τα αντέχω πιά αυτά τα δρομολόγια,
αυτόν τον παιδεμό πίσω από τα ξένα ίχνη.

Νύχτα, χάρισέ μου ένα κορμί,
δεν εξετάζω αν το στήθος είναι όμορφο,
αν τα μπράτσα είναι ψημένα στη δουλειά,
ούτε και νοιάζομαι για των ματιών το χρώμα,
όνομα, επάγγελμα και ηλικία.

Νύχτα, χάρισέ μου ένα κορμί,
έστω και για μισή ώρα, για ένα δεκάλεπτο·
σου τάζω πρώτα πρώτα το κορμί μου,
σου τάζω το μέλλον μου,
σου τάζω κάτι περισσότερο: την ψυχή μου—

χάρισέ μου ένα κορμί.

5. ΚΑΤΑΤΡΕΓΜΕΝΟΙ

Σαν τους αριστερούς σας αγαπώ, αδέλφια μου·
κι αυτοί κι εμείς διαρκώς κατατρεγμένοι:
αυτοί για το ψωμί —εμείς για το κορμί,
αυτοί για λευτεριά —εμείς για έρωτα,
για μια ζωή δίχως φόβο και χλεύη.

Σαν τους αριστερούς σας αγαπώ, αδέλφια μου,
παρόλο που κι αυτοί μας κατατρέχουν.

6. Η ΘΑΛΑΣΣΑ

Η θάλασσα είναι σαν τον έρωτα:
Μπαίνεις και δεν ξέρεις αν θα βγείς.

Πόσοι δεν έφαγαν τα νιάτα τους—
μοιραίες βουτιές, θανατερές καταδύσεις,
γράμπες, πηγάδια, βράχια αθέατα,
ρουφήχτρες, καρχαρίες, μέδουσες.

Αλίμονο αν κόψουμε τα μπάνια
μόνο και μόνο γιατί πνίγηκαν πεντέξι.
Αλίμονο αν προδώσουμε τη θάλασσα
γιατί έχει τρόπους να μας καταπίνει.

Η θάλασσα είναι σαν τον έρωτα:
Χίλιοι τη χαίρονται —ένας την πληρώνει.


«Ποιήματα»
Συγγραφέας: Ντίνος Χριστιανόπουλος
Εκδόσεις: Ιανός
ISBN: 960-7827-08-2
Αρ. σελίδων: 136



7. ΒΑΡΔΑΡΗ 1977

Σα στολισμένο σαλονάκι το Βαρδάρι υποδέχεται κάθε βράδυ τα φαντάρια του, και σαν τις οικοδέσποινες οι αδελφές τα φιλεύουν κουνήματα και χαρτζιλίκια. Μοναχικοί τύποι περιφέρονται στα πέριξ, μέχρι που το παίρνουν απόφαση και βολεύονται κατά τα γνωστά. Από τις βόρειες συνοικίες τα λεωφορεία κατεβάζουν λογιώ λογιώ παίδαρους και μαγκάκια, μαθητές του καράτε, μουτζούρηδες και εργατοτεχνίτες, που σπουδάζουν σε νυχτερινές σχολές. Όλη τους η ψυχαγωγία: ποδοσφαιράκια κι αυνανιστήρια. Το βραδυνό τους: μιά μπουγάτσα και γάλα. Στις κυριακάτικες κριτικές για το ποδόσφαιρο, το «μαλάκα» παίρνει και δίνει σε όλους τους τόνους. Καροτσάκια με λαθραίες κασέτες διαφημίζουν Αγγελόπουλο και Καζαντζίδη. ΥΠΑΡΧΩ διαβάζεις σε τρίκυκλα και μπλουζάκια. Από τα τέσσερα ύποπτα σινεμά, τα τρία πέρασαν ήδη στη λογοτεχνία και τώρα έχουν σειρά τα πατσατζίδικα. Τα μπάρ ξεφυτρώνουν σα μανιτάρια, κρατώντας όσο μπορούν την παράδοση του Βαρδάρι. Σέρβοι τουρίστες γδύνουν τα ετοιματζίδικα, και κιτρινόμαυρες φυλές απ’ την Ασία τρελαίνονται για τσόντες και πορνό.

Μέσα σ’ αυτή την τοιχογραφία, κάπου θα πάρει το μάτι σας και μένα, να στέκομαι σε μιά άκρη ακίνητος, παίζοντας με το κομπολόι των παθών μου.

8. ΓΟΝΥΚΛΙΣΙΑ

Η ιστορία αρχίζει με μια φράση σου:
«Πέσε με τα μούτρα στη δουλειά».

Γονατίζω μπροστά σου με θλίψη,
αγκαλιάζω τα πόδια σου τρυφερά,
βουτάω ολόκληρος στα σκέλια σου με λαχτάρα.
Εσύ στέκεις ακίνητος,
πιό όμορφος, όπως σε βλέπω από χαμηλά,
πιό ήρεμος που ο έρωτας γίνεται απ’ τη μέση και κάτω,
μιά δύναμη απροσδιόριστη υποδαυλίζει τον αντρισμό σου.
Με κοιτά από πάνω καλοδιάθετος,
με λύπη για την κατάντια μου,
με στοργή για το κουσούρι μου,
με φανερή ευχαρίστηση καθώς ξαλαφρώνεις–
σ’ ευχαριστώ που μου χάιδεψες τα μαλλιά.

(Ακόμη μιά επικίνδυνη νύχτα
τελειώνει με κατάνυξη.
Ακόμη μιά φωτιά
αντί να με κάψει, με ζέστανε)

9. ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ

Το ’50 τό λέγαν μινέτο. Ήταν μιά λέξη που έφερνε στο νού παραλυσίες ευρωπαϊκού τύπου. Η ηθική μου φρικιούσε και μόνο στο άκουσμά της. Οι παθητικοί το απέφευγαν γιατί το έβρισκαν λίγο εξευτελιστικό· οι ενεργητικοί το αποστρέφονταν γιατί υπέσκαπτε τον αντρισμό τους. Κυριαρχούσε ακόμη ο βιασμός.

Το ’60 τό λέγαν τσιμπούκι —μιά παραπειστική επιστροφή σε οθωμανικές ακολασίες. Οι αδερφές άρχισαν να το δέχονται σαν ένα νόστιμο μεζελίκι, και τα τεκνά ένιωθαν πιό πολύ άντρες όταν κανείς γονάτιζε μπροστά τους. Το χάλασμα είχε αρχίσει, μόνο που δε φαινόταν ακόμα.

Το ’70 τό λέγαν πίπα. Αν το τσιμπούκι γινόταν απ’ το περίσσευμα, η πίπα πλέον βόλευε το υστέρημα. Χάθηκαν οι κολομπαράδες, χιλιάδες μπάμιες μπέρδεψαν με το αλληλογλείψιμο τους ρόλους.

Ποιος ξέρει τί θ’ ακούσουμε ακόμα, τί νέα ονόματα θα υποδυθεί η αναπηρία.

10. ΑΠΟΤΑΜΙΕΥΣΕΙΣ

Ο Θανάσης βάζει λεφτά στο ταμιευτήριο, έχει κιόλας στην μπάντα τριακόσιες χιλιάδες δραχμές. Του λέω πως ο τιμάριθμος τρέχει με 18%, ο τόκος είναι 13%, άρα τον κλέβουν 5%. Ο Θανάσης δε σκαμπάζει από τέτοια, μ’ ακούει καπνίζοντας το τσιγάρο του και χαίρεται που έχει λίγα χρήματα για ώρα ανάγκης.

Κι εγώ καταθέτω στους φίλους μου την αγάπη μου. Κι όμως, γιατί το κορμί μου εισπράττει λιγότερα απ’ όσα καταθέτει η ψυχή μου; Κι ο τόκος της λατρείας μου ποιο έλλειμμά μου να πρωτοκαλύψει; Πέφτω απ’ τα σύννεφα όταν χρειαστώ λίγη στοργή: η τρυφερότητα που είχα καταθέσει, έχει από καιρό εξαφανιστεί.

Θανάση, εσένα σε κλέβει το κράτος, εμένα ποιος;

11. ΓΕΛΙΕΣΤΕ

Ένας ωραίος άντρακλας μου έφερε ένα τετράδιο με στίχους τραγουδιών του. Σε κάποιο απ’ αυτά, απευθύνονταν «σ’ έναν ποιητή ομοφυλόφιλο» και τού ’λεγε πως ευχαρίστως θα του ξέσκιζε τον κώλο, αν έτσι τον βοηθούσε να γράψει ένα ποίημα. Πήρα μολύβι και σημείωσα από κάτω: «Γελιέστε αν νομίζετε πως έτσι γράφονται τα ποιήματα. Το ποίημα δεν βγαίνει από το ξέσκισμα του κώλου, αλλά από το ξέσκισμα της ψυχής».

12. ΣΕ ΕΝΑ ΛΑΪΚΟ ΦΙΛΟ

Μή βάζεις, σε παρακαλώ, αρώματα.
Μου αρέσει η μυρωδιά του κορμιού σου.
Πιό όμορφο άρωμα απ’ τον ιδρώτα σου δεν έχει.
Θέλω να γεύομαι την αλμύρα του στήθους σου,
να ρουφώ τη μοσκοβολιά της μασχάλης σου,
να μουσκεύω στην υγρασία των σκελιών σου.

Μή βάζεις, σε παρακαλώ, αρώματα.
Γιατί βιάζεσαι να ξεχάσεις το χωριό και το μηχανουργείο;
Τί τα θέλεις εσύ αυτά τα μοσχοσάπουνα;
Θα σου χαλάσουν ύπουλα τον ανδρισμό σου.

Μή βάζεις, σε παρακαλώ, αρώματα.
Μέσα σε χίλιους φλώρους είδα κι έπαθα να βρω έναν άντρα.
Μείνε αυτό που είσαι:
ένα αχάλαστο λαϊκό παιδί.


«Πεζά Ποιήματα»
Συγγραφέας: Ντίνος Χριστιανόπουλος
Εκδόσεις: Ιανός
ISBN: 960-7827-10-4
Αρ. σελίδων: 87


—ΤΕΛΟΣ—


Όποιος θέλει, μπορεί να αφήσει το σχόλιό του· με σεβασμό στον εαυτό του και στον συνάνθρωπό του. Σας ευχαριστώ που διαβάσατε το κείμενό μου.

Τάδε έφη,
© Ναυτίλος Του Διαδικτύου (Περικλής Περικλής)

Σύνδεσμοι: (ανοίγουν σε νέο παράθυρο)
Ντίνος Χριστιανόπουλος - Βικιπαίδια