1/20/2008

18. Οι Άθλιοι (2008 μ.Χ. Version)




Παρακάτω ακολουθεί οι εισαγωγή που είχε γράψει ο ίδιος ο Victor Hugo1 για το περίφημο βιβλίο του με τίτλο: «Οι άθλιοι»2 (Les Misérable) το 1862 μ.Χ. Σας αφήνω να το απολαύσετε χωρίς περαιτέρω σχολιασμούς, για να εξάγετε τα δικά σας συμπεράσματα, και να συλλογιστούμε όλοι μαζί, το πόσο επίκαιρο είναι.


«Όσο θα υπάρχει, εξαιτίας των νόμων και των ηθών, κοινωνική αδικία, που δημιουργεί τεχνητά κόλαση, την ώρα που ο πολιτισμός εξελίσσεται, και μπερδεύει το θείο προορισμό του ανθρώπου με τη φθαρτή του μοίρα· όσο θα μένουν άλυτα τα τρία προβλήματα του αιώνα μας: ο εξευτελισμός του άνδρα από τη φτώχεια, η ηθική κατάπτωση της γυναίκας από την πείνα, το μαράζωμα του παιδιού από το σκοτάδι· όσο ο λαός μας είναι καταδικασμένος να πεθαίνει από κοινωνική ασφυξία, γιατί τον μαστίζει η φτώχεια και η αμορφωσιά, βιβλία σαν αυτό δεν είναι ίσως ανώφελα.»


—ΤΕΛΟΣ—


Όποιος θέλει, μπορεί να αφήσει το σχόλιο του· με σεβασμό στον εαυτό του και στον συνάνθρωπό του. Σας ευχαριστώ που διαβάσατε το κείμενό μου.

Τάδε έφη,
Ναυτίλος Του Διαδικτύου (Περικλής Π.)


Σύνδεσμοι: (ανοίγουν σε νέο παράθυρο)
http://en.wikipedia.org/wiki/Victor_Hugo
http://en.wikipedia.org/wiki/Les_Mis%C3%A9rables

____________
1 Βικτόρ Ουγκό (Victor Hugo): Γάλλος συγγραφέας, 1802-1885 (83ετών).
2 «Οι Άθλιοι» (Les Misérable): Το γνωστότερο, ίσως, έργο του συγγραφέα Βικτόρ Ουγκό. Το έργο έχει σαν θέμα την ζωή και το έργο του ήρωα Γιάννη Αγιάννη, ενός ανθρώπου που καταδικάσθηκε σε φυλάκιση για την κλοπή ενός καρβελιού ψωμιού, και τον αγώνα του ενάντια στην παγιωμένη ηθική της τότε κοινωνίας· πως δεν υπάρχει συγχώρεση και επιστροφή στην «ηθική» πλευρά της ζωής για έναν εγκληματία.

1/09/2008

17. Το Δίδαγμα Μιάς Γάτας




Παιδιόθεν ήμουν ζωόφιλος. Όχι με την έννοια του ανθρώπου που έχει ένα σκυλάκι στο σαλόνι του σπιτιού του, σε ασορτί χρώμα με την ταπετσαρία του τοίχου (και που αλλάζει μαζί με την ταπετσαρία του τοίχου, όταν αυτή αλλάξει), που το βγάζει βόλτα κάθε μέρα για δέκα λεπτά, και που το στειρώνει για να μη «λερώνει» το σπίτι. Αλλά με την έννοια του ανθρώπου που απλά έχει την τύχη (κι ευλογία;) να μένει σε σπίτι με μεγάλη αυλή, στην οποίαν έβρισκαν και βρίσκουν καταφύγιο και θαλπωρή, αδέσποτα ζωάκια.

Όταν ήμουν μικρό αγοράκι, και ακοινωνικοποιήτο· χωρίς φίλους και παρέες δηλαδή (για λόγους που δεν χρήζουν ανάλυσης στο παρόν κείμενο), τα ζώα αυτά ήταν σκύλοι, μικρά κατά προτίμηση· τσοπανόσκυλα και πάσης φύσεως «μπάσταρδα». Για περίεργους λόγους, περίπου δεκαπέντε χρόνια πριν (η ακριβής ημερομηνία δεν είναι σημαντική), έγινε μια αλλαγή. Η απουσία σκύλου εκείνη την περίοδο, και η τυχαία εμφάνιση ορφανής γατούλας, επέφερε μιά δραματική αλλαγή, αυτή της ανόρθωσης της πρώτης δυναστείας γατιών στην αυλή του σπιτιού μου.

Αυτή η πρώτη γάτα ήταν «περίπτωση», μιάς κι ήταν απίστευτα κοινωνική. Να μην πλατειάζω όμως κι ας πω απλά πως μέχρι και σήμερα, η δυναστεία χαίρει άκρας υγείας και δεν υπάρχουν σημάδια άμεσης πτώσης της στον ορίζοντα, ούτε στον καζαμία ούτε και στα αστέρια του ουράνιου χάρτη.

Η καλή μου μητερούλα, ήταν άνθρωπος όπως όλοι μας· είχε τα ελαττώματα της, είχε και τις αρετές της. Στις πολλές-πολλές αρετές της, συγκαταλέγονταν και η «φυσική» της αγάπη προς τα ζώα· την οποία, συνεπικουρούμενη από παρόμοια ιδεολογία του πατέρα, την μεταλαμπάδεψε και σε εμένα. Όταν λέω «φυσική» αγάπη, εννοώ αυτό το οποίο κατά την μητέρα μου, ήταν η πίστη στην φύση. «Η φύση κάνει την δουλειά της», ήταν η μόνιμή επωδός της.

Παραδείγματος χάριν: Ο σκύλος, η γάτα και τα λοιπά ζώα, φτιάχτηκαν φύσει για να ζούνε σε φυσικό περιβάλλον· όχι σε τεχνητό, σαν το σπίτι δηλαδή. Επίσης, όταν η γάτα γεννούσε πολλά γατάκια, και μερικά εξ’ αυτών πέθαιναν, μου εξηγούσε ευθέως πως έτσι γίνεται από την φύση η φυσική επιλογή: Τα δυνατά επιβιώνουν, τα αδύναμα πεθαίνουν. Απόρροια αυτού, η γονιδιακή ενδυνάμωση του είδους σε κάθε γενιά.

Φτάνουμε τελικώς στο παρών, όπου ο πληθυσμός των γατιών στην αυλή, με πολλαπλές και συνεχόμενες αυξομειώσεις στο ρου του χρόνου, αριθμεί τα δώδεκα μέλη. Τα περισσότερα είναι προσηνή, και με χαρά πλησιάζουν όταν βγαίνω με την σακούλα της γατοτροφής στο χέρι. Βέβαια, οι γάτες δεν φημίζονται για την άδολη αγάπη τους προς τον άνθρωπο, αλλά τουναντίον, για την ανεκδιήγητη –κι αφάνταστα εκνευριστική– συνήθεια τους στο να γράφουν τον άνθρωπο εκεί που δεν πιάνει η μελάνη.

Η γάτα θα έρθει κοντά σου να την χαϊδέψεις, όχι γιατί σε αγαπάει, αλλά γιατί θέλει αυτή, εδώ και τώρα, να την χαϊδέψεις ή να την τρίψεις. Όσοι έχουν γατιά θα καταλαβαίνουν, φαντάζομαι, τι εννοώ. Υπάρχει όμως κι ένα όριο.

Τί γίνεται όταν η γάτα, όχι μόνο δεν σου κάθεται ποτέ να την χαϊδέψεις, όχι μόνο δεν προσφέρει κάποια χαρά, αλλά τουναντίον, όποτε σε βλέπει πηδάει μακριά σου, βγάζει μια συρίδα κακίας και μίσους, και σε κοιτάζει στα μάτια σαν να είσαι ο χειρότερος εχθρός της —την ώρα μάλιστα που κραδαίνεις στο χέρι σου την σακούλα με το φαΐ της;

Κι όχι, αν και πέρασαν κοντά δυό χρόνια που γεννήθηκε αυτό το γατί που λέω, δεν εξημερώθηκε. Ποτέ δεν δέχτηκε να πάρει φαγητό από το χέρι μου, ούτε καν να με πλησιάσει, κι όλα αυτά, χωρίς ποτέ να το έχω χτυπήσει ή να το έχω κακομεταχειριστεί με οποιωνδήποτε τρόπο.

Η μητέρα μου λοιπόν, είχε ένα ρητό και μία πρακτική για τέτοιου είδους «απείθαρχα» ζώα, όταν σπανίως μας τύχαιναν: «Ζώο που δεν μου κάθεται να το χαϊδέψω, δεν το ταΐζω· να σηκωθεί να φύγει από ’δώ.» Το κλοτσούσε λοιπόν, το άφηνε ατάιστο, κι άλλα τέτοια, αναγκάζοντας το να φύγει και να βρει αλλού φαγητό και στέγη. Όταν δε, δεν έπιανε το κόλπο, επιστρατεύονταν ο πατέρας, που με κόπο θα έπιανε τον «ταραξία», θα τον έβαζε σε ένα κουτί, και βόλτα χωρίς επιστροφή μερικά χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι, όπου το αμολούσε ελεύθερο στην φύση. Έτσι έκανε η μητέρα, έτσι (θα) έκανα κι εγώ με το συγκεκριμένο γατί.

Όταν μετά από καιρό, είδα κι από ’δα πως κάθε προσπάθεια εξημέρωσης (να μου κάτσει τουτέστιν, να το χαϊδέψω), έπεφτε στο κενό, αποφάσισα πως ήρθε η ώρα να πάρει δρόμο, πριν μου «χαλάσει» και την υπόλοιπη αγέλη.

Άρχισα να μην το ταΐζω και να κάθομαι μπάστακας πάνω από το πιάτο με το φαΐ, την ώρα που τα υπόλοιπα γατιά καταβρόχθιζαν το φαΐ τους λαίμαργα, και να μην το αφήνω να πλησιάσει για να φάει. Μην γελιέστε, τα ζώα έχουν ψυχή, και κάποια στιγμή, αυτό το νιαούρισμα παραπόνου, πείνας κι αδικίας (να βλέπεις τα υπόλοιπα γατιά, με τα οποία συγγενεύεις, να τρώνε κι εσύ να πεινάς;!), μου ράγισε τις αντιστάσεις. Κάποια στιγμή τα έβαλα με τον εαυτό μου· θεώρησα πως ήμουν πολύ μαλθακός. Άρχισα λοιπόν να το φοβερίζω, –αφού το κόλπο με την λιμοκτονία δεν έκανε για την υπερβολικά «ευαίσθητη» ψυχή μου–, να του φωνάζω, να του πετάω πράγματα, να προσπαθώ να το κλοτσήσω· όποτε το έπιανα απρόσεχτο να κοιμάται κάπου ατάραχο.

Να σου το γατί άραχτο στο ήλιο, να κοιμάται μακάριο. Τί καλύτερη ευκαιρία από το να πάω δίπλα του, πατώντας στις μύτες των ποδιών μου, και να το φονεύσω προκαλώντας καρδιακό επεισόδιο, με μια δυνατή κραυγή δίπλα στο αυτί του, ή με έναν κουβά κρύο νερό, ή έστω με την εκσφενδόνιση ενός αντικειμένου καταπάνω του; Το έκανα μιά, δυό, τρεις, πολλές φορές. Κι εδώ είναι που γίνεται το παράξενο.

Ναι μεν, το κόλπο έπιανε. Η συνήθης αντίδραση ήταν να πεταχτεί αλαφιασμένο και τα φύγει σφαίρα –καταργώντας τις θεωρίες του Her. Ainstain περί ανεπίτευκτης ταχύτητας πέραν αυτής του φωτός, λόγο της άπειρης ενέργειας, μάζας και μπλά-μπλά– προς μία τυχαία κατεύθυνση. Όμως, λέω όμως, να σου που απομακρυνότανε μονάχα λίγα μέτρα. Σταματούσε και γυρνούσε το κεφάλι, προς την μεριά από την οποία σημάνθηκε ο συναγερμός· η διαταραχή στο ρου της θετικής ενέργειας, της οποίας στην απόλαυση, είχε αφεθεί.

Αυτό το βλέμμα, αυτή η έκφραση, μόλις διαπίστωνε πως ο ταραξίας ήμουν εγώ... Σας εκλιπαρώ, μην ακούτε τους μαλάκες που λένε πως μόνο οι άνθρωποι έχουν την ικανότητα να αλλάζουν βλέμμα και εκφράσεις· μύθος σας λέω, μύθος. Σταματούσε λοιπόν, και χωρίς να βγάλει την γνώριμη, συρίδα μίσους, αντιπάθειας ή φόβου, καθόταν στα πίσω της πόδια και με κοιτούσε μέσα στα μάτια. Τί ντροπή που με έκανε να νιώθω με το βλέμμα της... Σαν να μου έλεγε: «Σε οικτίρω μικρόψυχο και ποταπό ανθρωπάκι —σε οικτίρω!». Μιά, δυό, τρεις, άρχισα να το καταλαβαίνω. Άρχισα να σκέφτομαι, όχι σαν εγωκεντρικό και εγωιστικό όν –σαν άνθρωπος δηλαδή–, αλλά ως όν ισότιμο σε μια πιο διευρυμένη αντίληψη περί γήινης, έμψυχης παρουσίας πάνω στην γη. «Θα μου άρεσε να μου κάνουν το ίδιο;» σκέφτηκα.

* * *

Πράγματι. Τί το κακό μου είχε κάνει αυτό το ζώο —αυτή η ύπαρξη; Κανένα! Αυτή είναι(!) η απάντηση· έτσι απλά. Ο σκοπός του, το «τέλος» όπως θα έλεγαν οι αρχαίοι φιλόσοφοι της Ελλάδας, είναι να γεννηθεί, να ζήσει και να πεθάνει, όπως το ορίζει η φύση του.

Ποιά η φύση της γάτας; Να είναι άγριο, να θηρεύει, να αναπαραχθεί πρώτου αποβιώσει. Εμείς οι άνθρωποι, ευλογημένοι από μιά ανώτερη ευφυΐα, επωφελούμαστε από αυτή την φύση του συγκεκριμένου ζώου, που λόγο της φύσης του, θηρεύει, επιβλαβή για εμάς, ζώα όπως το ποντίκι, ο αρουραίος, το φίδι, και πλήθος άλλων «παρασίτων».

Σε ποιό παράπτωμα υπέπεσε το γατί για στο οποίο αναφέρομε τόσην ώρα; Ζει, τρώει, αναπαράγεται, με απαλλάσσει από, επιβλαβή για εμένα, ζώα όπως είναι τα ποντίκια παραδείγματος χάριν; Ναι, αυτή είναι η απλή κι ειλικρινής απάντηση...

Κι όμως, να σου εγώ, ο άνθρωπος, ο ευφυείς, ο έχων νου που άνω θρώσκω1, να του στερώ θελημένα το φαΐ, να το διαχωρίζω από τους ομοίους του –που απολαμβάνουν τις παροχές της ψευτοθέοσης μου (βλέπετε: εγώ ο μέγας που σας δίνω φαΐ)–, να το κακοποιώ ψυχικά (να του προκαλώ συνεχές αίσθημα φόβου και επιφυλακτικότητας, τρομάζοντας το συνεχώς), και σωματικά (να το κλοτσώ και να το χτυπώ με αντικείμενα).

Ποιός είναι ο άνθρωπος, και ποιό το «ζώο» που απλά βιώνει την φύση του; Ποιός ο ευφυείς οργανισμός, που καμαρώνει για την νόηση του, την «μοναδική», όπως ισχυρίζεται, ικανότητα αντίληψης των πραγμάτων, διαπράττει ύβρη, μή σεβόμενος την φύση ενός άλλου πλάσματος, που ισοδίκαια θέλει απλά να βιώσει την δική του φύση όπως επιτάσσεται εξ άνωθεν; Και γιατί, αλήθεια;

Μα φυσικά η απάντηση είναι απλή, και μάλλον οι περισσότεροι θα την έχετε μαντέψει (θέλω να ελπίζω). Είναι αυτή η «κατάρα», το αίσθημα της εξουσίας που φωλιάζει μέσα σε όλους· εμάς τους «ευφυείς» ανθρώπους.

ΘΕΛΟΥΜΕ ΝΑ ΕΛΕΓΧΟΥΜΕ!
ΑΠΑΙΤΟΥΜΕ ΥΠΟΤΑΓΗ!

Έχουμε βαυκαλίσει τους εαυτούς μας, θεολογικά, φιλοσοφικά και ιδεολογικά, ως ανώτερα όντα, υπεράνω των υπολοίπων έμβιων οργανισμών αυτού του πλανήτη. Πώς γίνεται λοιπόν ένα άλλο, σαφώς «κατώτερο» πλάσμα, να αψηφά την θέλησή μου; (Κάτσε να σε χαϊδέψω κωλόγατο, ή κάτσε να σε ψοφήσω!) Αυτή είναι η ρίζα του προβλήματος και της όλης λανθάνουσας συμπεριφοράς μας. Αυτό είναι το μέγα πρόβλημα, στην όλη ανθρώπινη ύπαρξη και την κοινωνία που δημιουργεί.

Η ακόρεστη δίψα μας να ελέγχουμε τις ζωές, τις ενέργειες, τις σκέψεις των άλλων· ζώων κι ανθρώπων —κυρίως, ανθρώπων! Ο καθένας, που είναι, ή που νομίζουμε πως είναι, «κατώτερος» ημών, πρέπει να συμμορφωθεί σύμφωνα με τα δικά μας πρότυπα για το σωστό, σε όλα τα επίπεδα· αλλιώς είναι λανθάνων, και είτε το διορθώνουμε, αν αυτό είναι δυνατόν, ή... το εξαλείφουμε, χαρακτηρίζοντας το ως «ανωμαλία». (Γιατί εμείς οι άνθρωποι, είμαστε «ανώτερα» όντα, υπεράνω φύσης- Θεού!)

Κι εδώ μπαίνει «Το Δίδαγμα Μιάς Γάτας». Η συνειδητοποίηση αυτού του γεγονότος, της πραγματικής ουσίας πίσω από την αδικαιολόγητη κι εγωκεντρική πράξη μου, αυτή της «προσπάθειας διόρθωσης» και μετέπειτα «εξόντωσης» του «απείθαρχου» γατιού –γιατί απλά η φύση του, δεν συμβάδιζε με την δική μου, εγωκεντρική ιδεολογία περί της φύσης του– επέφερε το όλο πρόβλημα στις αναμεταξύ μας σχέσεις.

Συνειδητοποίησα και πως το γενικότερο πρόβλημα στις ανθρώπινες κοινωνίες, σε όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη μας, είναι ίδιας φύσεως με αυτή που είχα με το γατί μου. Στις απανταχού κοινωνίες, ολόκληρες θεωρίες, φιλοσοφικά ρεύματα, θεολογικά δόγματα, διαστρώνουν τους ανθρώπους, τους κατηγοριοποιούν, τους διαχωρίζουν σε ομάδες. Άλλες χαρακτηρίζονται (αυθαίρετα;) ως ανώτερες, μεσαίες ή κατώτερες· χρήσιμες κι άχρηστες. Όλα αυτά προς χάριν ενός και μόνο σκοπού: της ικανοποιήσεως του αισθήματος του ανθρώπου για το «εγώ»· την εξουσία!

Έτσι γίνονται οι διαχωρισμοί ανάμεσα σε έξυπνους και χαζούς· πλούσιους και φτωχούς· υγιείς κι αρρώστους· χρήσιμους κι άχρηστους· αναντικατάστατους κι αναλώσιμους· σημαντικούς κι ασήμαντους· ομοεθνείς κι αλλοδαπούς· ομόθρησκους κι αλλόθρησκους· ετερόφυλους κι ομοφυλόφιλους...

Πρέπει να αφυπνισθούμε και να επιτελέσουμε κάποτε, την αληθινή πρόοδο του ανθρώπου, προς το δικό του «τέλος», τον δικό του σκοπό, την θέοση· την αποδέσμευση με το εγώ και την ένωση με το όλον.

Αυτό μπορεί να γίνει μοναχά με κατανόηση της φύσης των ζώων, συμπεριλαμβανομένου και του ανθρώπου. Τον σεβασμό της παρουσίας του στις ποικίλες εκφάνσεις του –φύσει και θέσει–, στην αποδοχή της φύσης του κάθε όντως επάνω σε αυτόν τον πλανήτη ξεχωριστά.

Αντί να προσπαθούμε στην ποικιλότροπη «διόρθοση», ή «εξόντωση» κι «απάλειψη» του «μη ομαλού-φυσικού», κατά τα δικά μας, στενόμυαλα κριτήρια, θα πρέπει να μάθουμε να ενεχόμαστε και να σεβόμαστε την φύση του καθενός μας στην κοινωνία των ανθρώπων —και της φύσης γενικότερα, του τόσο λεπτεπίλεπτου, ντελικάτου κι εύθραυστου οικοσυστήματος του πλανήτη μας, μέσα στον οποίον βιώνουμε, όχι μονάχα εμείς οι άνθρωποι, αλλά κι εκατομμύρια άλλων ειδών που δέχονται άμεσα τις επιπτώσεις των απερίσκεπτων κι εγωιστικών ενεργειών μας επάνω του.

* * *

Αυτό μου δίδαξε η γάτα μου. Έκτοτε, ζούμε σε αρμονία και κατανόηση αναμεταξύ μας. Κάθε που βγαίνω στην βεράντα, κι αυτή είναι ξαπλωμένη στον καναπέ, με κοιτάζει με επιφύλαξη, μα δε με φοβάται πλέον. Αρνείται πεισματικά όμως να την πλησιάσω, κι έτσι και το τολμήσω, παίρνει αμέσως επιθετική στάση, βγάζοντας συρίδα προειδοποίησης, πως εάν πλησιάσω, θα τραπεί σε φυγή.

Την ταΐζω κανονικά, μαζί με τα υπόλοιπα γατιά, και μπορώ να πω πως έχει γίνει, αν όχι το αγαπημένο, ένα από τα αγαπημένα, που σίγουρα θα ξεχωρίζει στις μελλοντικές μου αναμνήσεις, στο πλήθος των πολλών, κι ανώνυμων γατιών που έχουν περάσει, και θα περάσουν από την ζωή μου.

Κι έτσι εγώ ο άνθρωπος, ο άνω θρώσκω, έμαθα κάτι από το «κατώτερο(!)» αυτό ζώο, κι έκατσα κι έγραψα «Το Δίδαγμα Μιάς Γάτας», προς τιμήν του διδάγματός της, με την ελπίδα να διδαχθούν κι άλλοι, από την σοφία που υπάρχει έμφυτη σε όλα τα, με αγάπη δημιουργημένα, δημιουργήματα του επουράνιου Δημιουργού.


—ΤΕΛΟΣ—


Όποιος θέλει, μπορεί να αφήσει το σχόλιο του· με σεβασμό στον εαυτό του και στον συνάνθρωπό του. Σας ευχαριστώ που διαβάσατε το κείμενό μου.

Τάδε έφη,
Ναυτίλος Του Διαδικτύου (Περικλής Π.)

____________
1. Παλαιότερα διδάσκονταν πως η ετυμολογία της λέξεως «άνθρωπος» ήταν από το «άνω + θρώσκω», σήμερα, η άποψη αυτή θεωρείται παρωχημένη κι έχει αντικατασταθεί από αυτήν που λέει πως προέρχεται από το «ανήρ, ανδρός + ώψ», ό έχων όψιν ή πρόσωπον ανδρός. Παρ’ όλα αυτά, η διαμάχη συνεχίζεται χωρίς να υπάρχει βέβαιη απόδειξη για το ποια θεωρία είναι η σωστότερη.

12/19/2007

16. Πέντε Πράγματα, Που Μου Την Σπάνε! (α')


Εισαγωγή: Σπάνια απαντάω σε λεγόμενες «αλυσίδες» αναρτήσεων (αυτό δηλαδή, όπου κάποιος δημοσιεύει ένα κείμενο, συνήθως με ερωταπαντήσεις, και ζητάει από άλλους να τον μιμηθούν), αλλά που και που, κάνω μια εξαίρεση —οι εξαιρέσεις κάνουν τον κανόνα!

Μετά από την ανάρτηση του Revqueer λοιπόν, σχετικά με το τι του πρήζει τα ούμπαλα, τον εκνευρίζει και γενικός του την σπάει, θα απαντήσω κι εγώ με πέντε πράγματα, που με πρήζουν και που έχω κουραστεί –παύλα– σιχαθεί –παύλα– τον τελευταίο καιρό. Ας αρχίσουμε λοιπόν.



1. Τα μπουζουξίδικα και οι «καλλιτέχνες» που «τραγουδάνε» και εκφράζουν τον σημερινό Ελληνικό πολιτισμό.

Με εκνευρίζει αυτό που ο σύγχρονος Έλληνας, πάει σαν μαλάκας κι ακούει την/τον κάθε ατάλαντη/-ντο· που έχει φωνή που εξολοθρεύει και διώχνει όλα τα παράσιτα της κουζίνας, και θεωρεί πως αυτό είναι Ελληνικός πολιτισμός!

Έχει πεισθεί, πως είναι λογικό να πληρώνει εκατό και διακόσια και βάλε ευρώ, για μία φιάλη ποτού (μπόμπα πολλές φορές) και να πετάει λουλούδια (κλεμμένα από τα γύρω νεκροταφεία) στο εκάστοτε τσόκαρο, με ένα ευρώ το λουλούδι, για το δήθεν ταλέντο της/του.

Και δεν είναι το μπουζούκι που με πειράζει· αλλά αυτό που ξέρουμε όλοι. Πάει ο «άνδρας» να ακούσει μια ατάλαντη, που τολμάει να φτάνει στην ύβρη αυτοαποκαλούμενη «καλλιτέχνιδα», που τραγουδάει playback, που πετάει το μισό βυζί στην φόρα και όλη την κιλότα απ’ έξω. Μα επιτέλους! Ας τους ενημερώσει κάποιος πως δεν χρειάζεται να σκάει μισό χιλιάρικο κάθε φορά που θέλει να καυλώσει.

Μπορεί να νοικιάσει άνετα πορνοταινίες με ενάμιση ευρώ την βραδιά· υπάρχουν ταινίες για όλα τα γούστα! Με το ίδιο ποσό επίσης, μπορεί να πάει μια ώρα σε κάποιο net-cafe, και να βρει μπόλικα άτομα που θα κάνουν, όχι μόνο cybersex, αλλά έρχονται αβίαστα στον χώρο σου σε μία ώρα, για να κάνετε τα ποιο τρελά βίτσια.

Τέλος, δεν με ενοχλούν τα μπουζουξίδικα· με ενοχλεί αυτό που αντιπροσωπεύουν σήμερα: Κίβδηλη, σάπια, κάκιστης ποιότητας «διασκέδαση», που πόρρω απέχει από την απόλαυση μιάς μουσικής βραδιάς. Από φωνή μουνί· κι από μουνί φωνάρα!...

Μου τι σπάει αυτό ρε γαμώ τη μου!


2. Ο Έλληνας, το Ελληνικό κράτος και η Οικολογία.

Τί να πω γι’ αυτό το θέμα; Εάν έχετε πέσει στο ατόπημα να βαυκαλίζεστε, και να νομίζετε πως στην Ελλάδα υπάρχει κοινωνικό αίσθημα οικολογικής συνείδησης, απατάσθε πλάνη οικτρά.

Ο Έλληνας έχει χεσμένο το περιβάλλον. Όσο η καλή του γυναικούλα (που είναι δούλα και κυρά, μα πουτάνα στο κρεβάτι), κρατάει το σπίτι καθαρό, και τα βρακιά πλυμένα και σιδερωμένα, όλα είναι πρίμα. Δεν πάει να γαμηθεί το δάσος την Πάρνηθας και κάθε δάσος; Δεν πάει να γαμηθεί ο Ασωπός, και το κάθε κωλοποτάμι;

Το πρωτάθλημα να πάρουμε, το παιδί να μη μας βρει πούστης, κι η κόρη να μην γκαστρωθεί πριν τον γάμο! Αυτά μετράνε στην ζωή!

Πότε βγήκες μιά φορά βρε μαλάκα Έλληνα, να φωνάξεις που το νερό της βρύσης έχει πάψει προ πολλού να είναι πόσιμο, και που πρέπει να αγοράζεις το νερό σου σε πλαστικά μπουκάλια —που πετιούνται στα σκουπίδια παράγοντας παραπάνω μόλυνση;

Πότε βγήκες μαλάκα Έλληνα, να φωνάξεις που το φαΐ σου είναι σκουπίδια ανακυκλωμένα (εκεί έχει ανακύκλωση γαμώ τη μου!) και σου γαμάει τον οργανισμό, στέλνοντας σε πριν τα πενήντα στον τάφο από καρκίνο, καρδιά, εγκεφαλικό κ.τ.λ.;

Πότε βγήκες μαλάκα Έλληνα, να φωνάξεις που πνίγεσαι μέσα στις πόλεις που είναι τοξικές, και βλέπεις ότι όλα τα παιδιά πλέον έχουν άσθμα, αδύναμο ανοσοποιητικό, και μια ψυχοσωματική ματαίωση στην ζωή τους, πνιγόμενα απ’ το πολύ μπετόν;

Το κράτος αυνανίζεται εκσπερματώνοντας τα σκουπίδια του και την ανευθυνότητά του στην μάπα του καθενός μας. Τρώει πρόστιμα από τον Ευρωπαϊκή Ένωση για τις παράνομες χωματερές, τις περιβαλλοντικές καταστροφές και δε συμμαζεύεται, και προτιμάει να πληρώνει τα βαριά πρόστιμα –που τα πληρώνεις εσύ, μαλάκα, Έλληνα φορολογούμενε–, για να εξυπηρετήσει προσωπικά συμφέροντα υπό καθεστώς νεποτισμού! Εμείς ασχολούμαστε με την κόντρα Λάκη-Καρβέλα...

Μου τι σπάει αυτό ρε γαμώ τη μου!


3. Άχρηστη Γενιά

Σήμερα τα παιδιά είναι κακομαθημένα, είναι τσογλάνια, είναι τρέντι και έμο. Τους τα παρέχουμε όλα: ρούχα, φροντιστήρια, υπολογιστές, κινητά, λεφτά... κι αυτά πάνε και μαλακίζονται, πρεζόνονται, γαμιούνται απ’ τα δέκα και τραβάνε βίντεο. Όλα πάνω τους μας φταίνε!

Λες κι η προηγούμενη γενιά που τα μεγάλωσε, και που έκανε το βιοτικό τους περιβάλλον σαν τα μούτρα τους, δεν έχει καμία ευθύνη(;!) Για όλα φταίει πάντα η νέα –άχρηστη– γενιά! Αναρωτιέμαι καμιά φορά... Πως θα ένιωθα εγώ, αν από μικρό παιδί με λέγανε συνεχώς άχρηστο, χαραμοφάη κι ανίκανο —θα το άντεχα;

Φτάνει πια! Σταματήστε να ξεσπάτε τα προσωπικά σας κόμπλεξ και το αυτοκαταστροφικό σας μίσος πάνω στα νέα παιδιά. Αντί να ασχολείστε με το χρηματιστήριο και το ξέκωλο που τραγουδάει πως δεν είναι μπριζόλα, πάρτε μια βόλτα τα παιδιά σας να τα γνωρίσετε, να γίνετε φίλοι και συνοδοιπόροι τους —γαμώ τι μου γαμώ!

Μου τι σπάει αυτό ρε γαμώ τη μου!


4. Όρια της Σάτιρας

Είμαι ταγμένος στο στρατόπεδό του Λάκη Λαζόπουλου. Δεν τον λέω άγιο, δεν λέω πως κι ο ίδιος δεν έχει πει ή δεν έχει κάνει μαλακίες στο παρελθόν —και θα κάνει και στο μέλλον. Είναι άνθρωπος, κι άνθρωπος αλάθητος, δεν υπάρχει.

Τον παρακολουθώ παιδιόθεν· από τους Μήτσους μέχρι το Τσαντίρι (πολύ πριν γίνει μόδα, τότε που έπιανε πέντε τα εκατό). Είναι φορές που περνάει τα εσκαμμένα —σίγουρα· αλλά έτσι λειτουργεί η σάτιρα. Αν απλώς έβγαινε κι έλεγε με τρόπο μηχανικό «Εγώ δεν θέλω την κυρία Σαρρή στην βουλή, γιατί δεν έχει καμία πολιτική πείρα», θα τον είχαμε ξεχάσει μετά από ένα λεπτό· τώρα, μήνες μετά, ακόμη το συζητάμε.

Μου αρέσει γιατί είναι ο μόνος που μας λέει μερικές αλήθειες (δεν τις λέει όλες —ναι! Είναι άνθρωπος, και ξέρει πως αν τις πει όλες, θα βρεθεί σκοτωμένος σε τραγικό δυστύχημα στην εθνική Αθηνών-Λαρίσης).

Μας είπε πως δεν μπορεί μιά (ατάλαντη κατά την προσωπική μου άποψη) τραγουδίστρια, να ξυπνήσει μια μέρα το πρωί, κι επειδή ένα φασιστικό κόμμα της έκανε πρόταση, για να μαζέψει ψήφους (θεωρώντας το εκλογικό σώμα τελείως ηλίθιο), να έχει την απαίτηση να το δεχθούμε έτσι απλά! (Κι όμως, το εκλογικό σώμα δεν είναι τελείως ηλίθιο· υπάρχουν ακόμη αντιστάσεις!)

Τί είπε ο άνθρωπος μέσω της υπερβολής της σάτιρας; Ότι δεν έχει τα προσόντα. Ότι δεν ασχολήθηκε ποτέ με τα κοινά· δεν έχει προϋπηρεσία. Ένας άνθρωπος που θέλει να μπει στο κοινοβούλιο, πρέπει αν μη τι άλλο, να έχει μια εμπειρία, μια προϋπηρεσία, έστω και στην τοπική αυτοδιοίκηση. Πώς θα αντιμετωπίσει μια κήρυξη πολέμου, ένα οικονομικό κραχ, μια λαϊκή, μεγάλης έκτασης απεργία; Με μια φιάλη σε κάθε τραπέζι; Έλεος!

Χρειάζεται ο Λάκης Λαζόπουλος (με τις ατέλειές του). Κατά την προσωπική μου άποψη είναι αυτός που φωνάζει, για όλα όσα μας καίνε και μας πνίγουν. Βρίζει και φωνάζει όπως κάνουμε εμείς στο σπίτι: Όταν βλέπουμε τον «Εθνικό μας Στάρ», να λιβανίζει έναν τάφο· ένα εντελώς παράφωνο και σιτεμένο τσόκαρο που τραγουδάει σχεδόν γυμνό, να απαιτεί να την σεβαστούμε ως «καλλιτέχνιδα»· έναν ψευτοπαλληκαρά, να βγαίνει δημόσια και να απειλεί πως θα σπάει στον ξύλο, όποιον τολμήσει και τον κριτικάρει για τον δημόσιο βίο του!

Εμείς, αδύναμοι, τα λέμε αναμεταξύ μας, στις παρέες μας, και μετά κρυβόμαστε στο καβούκι μας, και το βράδυ πριν κοιμηθούμε λέμε: «φτού μου!» που είμαι τόσο μικρός, κι ασήμαντος, κι αδύναμος.

Ε ναι ρε γαμώ τη μου! Χρειάζεται και κάποιος με αρχίδια, να βγαίνει και τα φωνάζει για ’μάς! Ψυχοθεραπευτικός είναι ο Λαζόπουλος, και δεν είναι τυχαίο πως η πλειονότητα του Ελληνικού λαού τον στηρίζει. Όχι γιατί είναι ο νεομεσσίας, αλλά γιατί λέει αυτό που εμείς κρατάμε σαν κόμπο στον λαιμό και μας πνίγει! Και τρώει αυτός το ξύλο, τις απειλές και τις μηνύσεις για λογαριασμό μας.

Και πέσανε όλοι να τον φάνε, να τον κατασπαράξουν, να τον πούνε πούστη (νά κι’ αν είναι· νά κι’ αν δεν είναι!) και βλάκα και άμετρο και ανώμαλο.

Μου τι σπάει αυτό ρε γαμώ τη μου!


5. Το ΛΑ.Ο.Σ, σε όλα τα τηλεοπτικά παράθυρα.

Δεν θα υποκριθώ για τις πολιτικές μου πεποιθήσεις. Το ΛΑ.Ο.Σ βρίσκεται στον αντίποδα των προσωπικών μου πολιτικών κι ιδεολογικών πεποιθήσεων. Είναι ο κεκαλυμμένος εθνικισμός των δεκαετιών του τριάντα και του σαράντα, που οδήγησαν τον κόσμο στον Β’ Π.Π., αναγεννημένος και με νέα πρακτική συσκευασία.

Ονειρεύονται μιά νέα Ελλάδα· αγνή κι αμόλυντη· κατοικούμενη από Αρίους Έλ (καμία σχέση με τον Κα-Ελ). Οι ξένοι δεν έχουν καμία θέση ανάμεσά μας· εκτός κι αν χρειάζονται ως φτηνό εργατικό προσωπικό, αλλά χωρίς πολιτικά δικαιώματα. Σκλάβοι· όπως στην κλασσική Αθήνα του Περικλέους καλή ώρα. Αληθινή πίστη είναι μόνο ο Χριστός· καμία άλλη παρέκκλιση δεν είναι αποδεκτή μέσα στην Ελλάδα —Όχι στην πολυπολιτισμικοτητά· όχι στην διαφορετικότητα!

Βέβαια, αυτά δεν τα λένε ευθαρσώς. Όπως και οι προκάτοχοί τους του μεσοπολέμου, έτσι κι αυτοί κρύβονται πίσω από ένα πέπλο λαϊκισμού. Το μόνο που ίσως να αιτιολογεί την ταχεία κι απότομη άνοδο τέτοιων κομμάτων σε όλη σχεδόν την Ευρώπη, είναι πως είναι η φύσει δράση κι αντίδραση, στην αυθαίρετα επιβαλλόμενη επιτάχυνση του ευρωπαϊκού ιδεαλισμού: Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης.

Παρόλα αυτά, είναι οφθαλμοφανές πως για κάποιον λόγο, τόσο πριν, όσο και μετά τις εκλογές του 2007, το βήμα που τους δίνεται στην ελληνική τηλεόραση –που επίσης ασπάζεται τον λαϊκισμό προς χάριν της τηλεθέασης και ακολούθως, των κερδών– είναι δυσανάλογο με το κύρος και την λαϊκή στήριξη του κόμματος αυτού.

Δεν θα το αναπτύξω το ζήτημα αυτό περαιτέρω. Δεν με χαλάει τόσο η ύπαρξη του κόμματος αυτού· τουναντίον, η ύπαρξή του με ανακουφίζει. Είναι καλό να εκφράζεται αυτό το κομμάτι της κοινωνίας και να μην κινείται υπόγεια· αλλά στο φως. Να ξέρουμε με ποιους έχουμε να κάνουμε, ποια τα όπλα και η ιδεολογία που πρεσβεύουν.

Αλλά έχω βαρεθεί να τους βλέπω καλεσμένους, ακόμη και σε μεσημεριανές τηλεοπτικές εκπομπές με την γνωστή τους –trash– θεματολογία, να προβάλουν τον δήθεν χριστό τους λόγο, για τα τι και πώς της κοινωνίας μας.

Μου τι σπάει αυτό ρε γαμώ τη μου!


Επίλογος:

Ξέρω πως μερικά απ’ αυτά που είπα θα πειράξουν μερικούς. Ξέρω πως μερικοί θα βρίσουν, θα πούνε διάφορα. Δεν πειράζει. Εγώ μιά φορά τα είπα και ξέδωσα —Και σ’ όποιον αρέσω.


—ΤΕΛΟΣ—


Όποιος θέλει, μπορεί να αφήσει το σχόλιο του· με σεβασμό στον εαυτό του και στον συνάνθρωπό του. Σας ευχαριστώ που διαβάσατε το κείμενό μου.

Τάδε έφη,
Ναυτίλος Του Διαδικτύου (Περικλής Π.)

12/15/2007

15. Η δυστυχολαγνεία κατά τον Osho


ΠΡΟΣΟΧΗ: Ακολουθεί ένα απόσπασμα από το βιβλίο του OSHO με τίτλο: «Βουτιές στον Ωκεανό της Ζωής». Το κείμενο δεν έχει σκοπό να προσηλυτίσει τον αναγνώστη σε κάποια θρησκευτική ή παραθρησκευτική αίρεση· αξίζει τον κόπο να διαβαστεί. Πιστεύω πως αν μη τι άλλο θα σας φανεί ενδιαφέρον και ίσως να σας βάλει σε σκέψεις.
Στο τέλος ακολουθούν προσωπικές απόψεις και σκέψεις, σχετικά με το κείμενο και το θέμα που πραγματεύεται.



Η δυστυχολαγνεία
κατά τον Osho


«Η δυστυχία έχει πολλά πράγματα να σου δώσει, που δεν μπορεί να σου τα δώσει η ευτυχία. Η ευτυχία σου παίρνει πολλά πράγματα. Η ευτυχία παίρνει όλα όσα είχες ποτέ, όλα όσα ήσουν ποτέ. Η ευτυχία σε καταστρέφει! Η δυστυχία θρέφει το εγώ σου και η ευτυχία είναι βασικά μια κατάσταση χωρίς εγώ.

Αυτό είναι το πρόβλημα, το επίκεντρο του προβλήματος. Γι’ αυτό οι άνθρωποι το βρίσκουν δύσκολο να είναι ευτυχισμένοι. Γι’ αυτό, εκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο έχουν αποφασίσει να ζουν μίζερα και δυστυχισμένα. Αυτό σου δίνει ένα πάρα πολύ αποκρυσταλλωμένο εγώ. Όταν είσαι δυστυχισμένος, υπάρχεις. Όταν είσαι ευτυχισμένος, δεν υπάρχεις. Μέσα στη δυστυχία αποκρυσταλλώνεσαι, μέσα στην ευτυχία σκορπίζεσαι.

Αν αυτό γίνει κατανοητό, τότε τα πράγματα γίνονται ξεκάθαρα.

Η δυστυχία σε κάνει ιδιαίτερο. Η ευτυχία είναι ένα συμπαντικό φαινόμενο. Δεν υπάρχει τίποτα το ιδιαίτερο σ’ αυτήν.

Τα δέντρα είναι ευτυχισμένα και τα ζώα είναι ευτυχισμένα και τα πουλιά είναι ευτυχισμένα. Ολόκληρη η ύπαρξη είναι ευτυχισμένη, εκτός από τον άνθρωπο. Με το να είναι δυστυχισμένος, ο άνθρωπος γίνεται πολύ ιδιαίτερος, ξεχωριστός.

Η δυστυχία σου δίνει την ικανότητα να προσελκύεις την προσοχή των ανθρώπων. Όποτε είσαι δυστυχισμένος, σε προσέχουν, σε συμπαθούν, σ’ αγαπούν. Οι πάντες αρχίζουν να σε φροντίζουν. Ποιος θέλει να πληγώσει έναν άνθρωπο δυστυχισμένο;

Αν η σύζυγος δεν είναι δυστυχισμένη, ο σύζυγος έχει απλώς την τάση να την ξεχνάει. Αν είναι δυστυχισμένη, ο σύζυγος δεν μπορεί να την αγνοήσει. Αν ο σύζυγος είναι δυστυχισμένος, ολόκληρη η οικογένεια –η σύζυγος, τα παιδιά– βρίσκονται γύρω του και τον νοιάζονται. Αυτό του δίνει μεγάλη παρηγοριά. Νιώθει κανείς ότι δεν είναι μόνος, ότι έχει οικογένεια, φίλους.

Όταν είσαι άρρωστος, όταν νιώθεις κατάθλιψη, οι φίλοι έρχονται να σε επισκεφθούν για να σε παρηγορήσουν. Όταν είσαι ευτυχισμένος, οι ίδιοι φίλοι ε ζηλεύουν. Όταν είσαι πραγματικά ευτυχισμένος, θα βρεις ολόκληρο τον κόσμο να έχει στραφεί εναντίον σου.

Σε κανέναν δεν αρέσει ο ευτυχισμένος άνθρωπος, επειδή ο ευτυχισμένος άνθρωπος πληγώνει το εγώ των άλλων. Οι άλλοι αρχίζουν να νιώθουν: «Ώστε εσύ είσαι ευτυχισμένος κι εμείς εξακολουθούμε να σερνόμαστε μέσα στο σκοτάδι, τη μιζέρια και την κόλαση. Πως τολμάς εσύ να είσαι ευτυχισμένος, όταν όλοι εμείς βρισκόμαστε μέσα σε τόση δυστυχία;»

Και ασφαλώς ο κόσμος αποτελείται από δυστυχισμένους και μίζερους ανθρώπους και κανένας δεν έχει αρκετό θάρρος, για να αφήσει ολόκληρο τον κόσμο να στραφεί εναντίον του. Αυτό είναι υπερβολικά επικίνδυνο. Το ρίσκο είναι πολύ μεγάλο. Είναι προτιμότερο να είσαι προσκολλημένος στη δυστυχία. Αυτό σε κάνει μέρος του πλήθους —του ινδουϊστικού, του μουσουλμανικού, του ινδικού, του αραβικού, του ιαπωνικού.

Ευτυχία; Ξέρεις τί είναι η ευτυχία; Είναι ινδουϊστική, είναι χριστιανική, είναι μουσουλμανική; Η ευτυχία είναι απλώς ευτυχία. Μεταφέρεται κανείς σε έναν άλλο κόσμο. Δεν είναι πια μέρος του κόσμου που έχει δημιουργήσει ο νους του ανθρώπου. Δεν είναι πια μέρος του παρελθόντος, της άσχημης ιστορίας. Δεν είναι πια μέρος του χρόνου.

Όταν είσαι πραγματικά ευτυχισμένος, ευδαιμονικός, ο χρόνος εξαφανίζεται, ο χώρος εξαφανίζεται.



Ο Αϊνστάιν έχει πει ότι στο παρελθόν οι επιστήμονες θεωρούσαν ότι υπάρχουν δύο πραγματικότητες —ο χώρος και ο χρόνος. Λέει όμως ότι αυτές οι δύο πραγματικότητες δεν είναι δύο. Είναι δύο όψεις της ίδιας πραγματικότητας. Γι’ αυτό και έπλασε την καινούργια λέξη “χωροχρόνος” —μία λέξη. Ο χρόνος δεν είναι παρά η τέταρτη διάσταση του χώρου.

Ο Αϊνστάιν δεν ήταν μύστης, αλλιώς θα μπορούσε να είχε εισάγει και την τρίτη πραγματικότητα, την υπέρβαση —ούτε χώρος ούτε χρόνος. Είναι αυτό που ονομάζω “παρατηρητής”. Και από τη στιγμή που υπάρχουν αυτά τα τρία, έχεις ολόκληρη την τριάδα. Έχεις ολόκληρη την αντίληψη του τριμούρτι, των τριών προσώπων του θεού. Τότε έχεις και τις τέσσερις διαστάσεις. Η πραγματικότητα έχει τέσσερις διαστάσεις: τρεις διαστάσεις χώρου και την τέταρτη του χρόνου.

Υπάρχει όμως κάτι άλλο, που δεν μπορεί να ονομαστεί πέμπτη διάσταση, επειδή δεν είναι η πέμπτη πραγματικότητα, είναι το όλο, το υπερβατικό. Όταν είσαι ευδαιμονικός, αρχίζεις να κινείσαι μέσα στο υπερβατικό. Αυτό δεν είναι κοινωνικό, δεν είναι παραδοσιακό, δεν έχει απολύτως καμία σχέση με το νου του ανθρώπου.

Απλώς κοίταξε τη δυστυχία σου, παρατήρησε και θα είσαι σε θέση να βρεις για ποιο λόγο υπάρχει. Κι όταν κοιτάξεις μέσα σ’ εκείνες τις στιγμές, όταν μια στο τόσο επιτρέπεις στον εαυτό σου τη χαρά του να χαίρεσαι, δες και τότε ποιες διαφορές υπάρχουν.

Όταν είσαι δυστυχισμένος, η κοινωνία σ’ αγαπάει, οι άνθρωποι σε σέβονται τόσο, που μπορείς να γίνεις ακόμη και άγιος. Γι’ αυτό και οι άγιοί σου είναι όλοι δυστυχισμένοι. Η δυστυχία είναι γραμμένη φαρδιά-πλατιά πάνω στο πρόσωπο και τα μάτια τους. Επειδή είναι δυστυχισμένοι, εναντιώνονται σε κάθε είδους χαρά. Επικρίνουν κάθε είδους χαρά ως ηδονισμό. Είναι δυστυχισμένοι και ήθελαν να δουν ολόκληρο τον κόσμο δυστυχισμένο. Στην πραγματικότητα, αυτοί οι άνθρωποι δεν μπορούν να θεωρηθούν άγιοι. Σε έναν ευτυχισμένο κόσμο, θα τους νοσήλευαν, θα τους έκαναν θεραπεία. Αυτοί είναι παθολογικοί άνθρωποι.

Έχω δει πολλούς αγίους κι έχω κοιτάξει και τις ζωές των αγίων σου. Οι ενενήντα εννέα στους εκατό είναι απλώς ανώμαλοι —νευρωτικοί ή ακόμα και ψυχωτικοί. Οι άνθρωποι όμως τους σέβονται. Και να θυμάσαι, τους σέβονται εξαιτίας της δυστυχίας τους.

Σπουδαίοι άγιοι, που έκαναν μεγάλες νηστείες, απλώς βασάνιζαν τον εαυτό τους. Αυτό δεν χρειάζεται και πολλή ευφυΐα. Τις πρώτες μέρες είναι δύσκολο —την πρώτη εβδομάδα. Η δεύτερη βδομάδα είναι εύκολη. Την τρίτη εβδομάδα, δεν μπορείς να φας. Την τέταρτη βδομάδα το έχεις ξεχάσει τελείως. Το σώμα απολαμβάνει να τρώει τον εαυτό του, αισθάνεται λιγότερο βαρύ και προφανώς δεν έχει προβλήματα με τη χώνεψη. Και όλη η ενέργεια που προηγουμένως πήγαινε στη χώνεψη, τώρα πηγαίνει στο κεφάλι. Μπορείς να σκέφτεσαι περισσότερο, μπορείς να είσαι περισσότερο συγκεντρωμένος, μπορείς να ξεχάσεις το σώμα και τις ανάγκες του.

Αυτά τα πράγματα όμως δημιουργούν δυστυχισμένους ανθρώπους και δυστυχισμένη κοινωνία. Κοίταξε τη δυστυχία σου και θα βρεις ότι σου δίνει πολλά πράγματα: Οι άνθρωποι σε σέβονται. Οι άνθρωποι νιώθουν πιο φιλικά απέναντί σου. Θα έχεις περισσότερους φίλους αν είσαι δυστυχισμένος. Αυτός είναι ένας πολύ παράξενος κόσμος. Κάτι σ’ αυτόν είναι θεμελιωδώς λανθασμένο. Δεν θα έπρεπε να συμβαίνει αυτό.

Ο ευτυχισμένος άνθρωπος θα έπρεπε να έχει περισσότερους φίλους. Γίνε όμως ευτυχισμένος και οι άνθρωποι θα σε ζηλεύουν. Δεν θα είναι πια φιλικοί μαζί σου. Νιώθουν ότι τους κοροϊδεύεις. Έχεις κάτι που δεν είναι διαθέσιμο σ’ εκείνους. «Εσύ γιατί είσαι ευτυχισμένος;» Έτσι, εδώ και αιώνες, έχουμε μάθει το μηχανισμό: Καταπιέζουμε την ευτυχία και εκφράζουμε τη δυστυχία. Αυτό έχει γίνει δεύτερη φύση μας.

Πρέπει να εγκαταλείψεις όλον αυτό τον μηχανισμό. Πρέπει να μάθεις να είσαι ευτυχισμένος και πρέπει να μάθεις να σέβεσαι τους ευτυχισμένους ανθρώπους και πρέπει να μάθεις να δίνεις περισσότερη προσοχή στους ευτυχισμένους ανθρώπους.

Να το θυμάσαι αυτό. Αυτή είναι μια μεγάλη προσφορά στην ανθρωπότητα. Μη δείχνεις οίκτο στους δυστυχισμένους ανθρώπους. Αν κάποιος είναι δυστυχισμένος, βοήθησέ τον, αλλά μην του δείχνεις οίκτο. Μην του δίνεις την ιδέα ότι η δυστυχία είναι κάτι που αξίζει να την κουβαλάει. Άφησέ τον να μάθει ότι τον βοηθάς, αλλά «αυτό δεν είναι από σεβασμό, είναι απλώς επειδή το έχεις ανάγκη.» Και δεν κάνεις τίποτα με το να προσπαθήσεις να μπεις μέσα στη δυστυχία του άλλου ανθρώπου για να τον βγάλεις από εκεί, επειδή η δυστυχία είναι άσχημη. Άφησε τον άνθρωπο να νιώσει ότι η δυστυχία είναι άσχημη, ότι το να είναι δυστυχισμένος δεν είναι προσφορά στην ανθρωπότητα.

Να είσαι ευτυχισμένος, να σέβεσαι την ευτυχία και βοήθα τους ανθρώπους να καταλάβουν ότι η ευτυχία είναι ο σκοπός της ζωής —σαττσινανάντ. Οι μύστες της Ανατολής έχουν πει ότι ο Θεός έχει τρεις ποιότητες. Είναι σατ –αλήθεια–, τσιτ –συνειδητότητα– και άναντ —ευδαιμονία.

Όπου υπάρχει ευδαιμονία, εκεί βρίσκεται και ο Θεός. Όποτε βλέπεις έναν ευτυχισμένο άνθρωπο, σεβάσου τον —είναι άγιος. Κι όποτε αισθάνεσαι ότι μια συνάθροιση ανθρώπων είναι γεμάτη ευδαιμονία, θεώρησέ την ιερό χώρο.»

Περί βιβλίου:
Τίτλος: Βουτιές στον Ωκεανό της Ζωής
Συγγραφέας: Osho
Εκδόσεις: Ρέμπελ
Σελίδες: 234
ISBN:960-7259-99-8





Πραγματικά, εμένα προσωπικά, το κείμενο αυτό μου άνοιξε τα μάτια. Συνειδητοποίησα πως κι εγώ χρησιμοποιούσα υποσυνείδητα –αλλά και συνειδητά μερικές φορές– αυτόν τον μηχανισμό.

Καλώς ή κακώς (μάλλον κακώς), από μικρή ηλικία διδασκόμαστε αυτόν τον μηχανισμό. Ποιος δεν θυμάται το κλαψιάρικο χαϊδεμένο της δασκάλας στο νηπιαγωγείο ή στο δημοτικό; Πάντα υπήρχε ένα παιδάκι που με το παραμικρό θα έβαζε τα κλάματα, και θα έτρεχε στον δάσκαλο ή την δασκάλα για να βρει παρηγοριά. Αρκετές φορές μάλιστα κι εμείς οι ίδιοι, γίναμε θύματα και θύτες της χρήσης αυτού του μηχανισμού. Σίγουρα, λίγο πολύ, όλοι μας νιώσαμε αδικημένοι μερικές φορές στην ζωή μας, όταν κάποιος συμμαθητής-γνωστός μας, κατάφερνε να κερδίσει κάτι με το να υποκριθεί –εν γνώσει μας– τον δυστυχισμένο· το θύμα.

«Πονάει το κεφάλι μου», «έχω στομαχόπονο», «Είναι άρρωστή η γιαγιά μου», και άλλα πολλά. Κλασσικές δικαιολογίες για να την σκαπουλάρουμε και να την σκαπουλάρουν από δύσκολες καταστάσεις.

Το τραγικό είναι πως ο Όσσο έχει δίκιο ως προς την επιβράβευση: Ο δάσκαλος ή η δασκάλα, πάντα προσέτρεχε στο «πληγωμένο» παιδάκι· του έδινε αμέριστη προσοχή, κατανόηση, χάδια κι αγάπη. Όταν τα παιδιά όμως φωνάζουν δυνατά, τρέχουν και παίζουν και σηκώνουν τις γειτονίες ή την σχολική αυλή στο πόδι, επειδή είναι ευτυχισμένα, πάντα πετάγεται κάποιος να φωνάξει δυνατά ένα: «Σκάστε», «μην φωνάζετε!», «Κάντε ησυχία», και άλλα πολλά —τα επιπλήττουν με απλά λόγια(!)

Ακόμη και με τους γονείς ισχύει αυτό. Όταν το παιδί είναι μελαγχολικό, κλαμένο ή γενικώς θλιμμένο, αμέσως τρέχουν να τον ρωτήσουν τί έχει· ασχολούνται μαζί του. Πολλές φορές μάλιστα, το καλοπιάνουν με μικροδωράκια όπως γλυκίσματα, βόλτες και παιχνίδια. Όταν το παιδί είναι ευτυχισμένο και παίζει αμέριμνα στην αυλή, το αγνοούν. Δεν το φωνάζουν να του δώσουν ένα φιλί, μια αγκαλιά, μια έκπληξη!

Σίγουρα δεν είναι δύσκολο στο παιδί να μάθει, ότι το να εκμεταλλεύεσαι την φυσική ιδιότητα του ανθρώπου, να συμπονάει τον πλησίον του, είναι πολύ πιο κερδοφόρο· τόσο σε συναισθηματικό όσο και σε υλιστικό επίπεδο.

Το ίδιο συμβαίνει καθώς μεγαλώνει κι ενηλικιώνεται ο άνθρωπος. Βλέπεις κάποιον στον δρόμο και τον ρωτάς πώς πάει, πως νιώθει, αν είναι όλα καλά. Η συνηθέστερες απαντήσεις είναι του είδους: «Εχ, δε βαριέσαι», «Καλά μωρέ... ζούμε», «Προσπαθούμε», «Το κατά δυνάμει» κ.τ.λ. Σχεδόν ποτέ ή πάρα πολύ σπάνια, θα ακούσεις μια θετική απάντηση του είδους: «Όλα καλά!», ή «Δόξα τον θεώ, είμαστε μια χαρά» ή κάτι παρόμοιο. Νομίζεις πως η δυστυχία –αυτή μόνο– είναι ίδιον αυτού του κόσμου—ΔΕΝ υπάρχει ευτυχία!

Ένα κλασσικό παράδειγμα είναι οι Ρόμ (ή τσιγγάνοι αλλιώς). Είναι άνθρωποι που από μικροί, έχουν μάθει να είναι δουλοπρεπείς, να παρακαλάνε και να ζητιανεύουν την λύπη μας. Ξεγυμνώνονται οι ίδιοι, αλλά και τα παιδιά τους, για να προκαλέσουν τον οίκτο μας, την λύπησή μας. Κυκλοφορούν μέσα στον χειμώνα ξυπόλυτα –ξεβράκωτα μερικές φορές– και μας χτυπάνε το τζάμι του αυτοκινήτου, παρακαλώντας για μια επίδειξη της γενναιοδωρίας μας. Άλλοτε δίνουμε κάτι· άλλοτε όχι. Μόλις ήρθαμε σε επαφή με την απόλυτη φτώχια και πνευματική και συναισθηματική εξαθλίωση. Λίγα μέτρα παρακάτω συναντάμε κάποιον γνωστό, βγαίνουμε από το αυτοκίνητό μας(!), φορώντας ζεστά ρούχα(!) κι έχοντας ένα πορτοφόλι με χρήματα στην τσέπη(!) κι ένα ζεστό σπίτι για να πάμε το μεσημέρι και να φάμε ζεστό, μαγειρευτό φαγητό(!). Στην ερώτηση που θα μας κάνει: «Πώς είσαί;» θα του απαντήσουμε με μια κλασσική, παραπονιάρικη απάντηση: «Εχ... καλά μωρέ... το παλεύουμε»!!

Κάποιος είπε κάποτε, αναφερόμενος στο γεγονός πως οι άνθρωποι που ζουν στις λεγόμενες «ανεπτυγμένες» χώρες, δηλώνουν πιο δυστυχισμένοι απ’ ό,τι αυτοί που ζουν στις λεγόμενες «υποανάπτυκτες» χώρες, που έχουν πληθώρα καθημερινών προβλημάτων επιβίωσης, πως «όλοι έχουν δικαίωμα στην δυστυχία».

Για χρόνια συμμεριζόμουν αυτόν τον ισχυρισμό· σήμερα, ομολογώ πως έχω αμφιβολίες. Ναι, σίγουρα μπορούμε κι εμείς να θρηνούμε και να δυστυχούμε για τον χαμό αγαπημένων προσώπων· μια ατυχή στιγμή· ένα ατύχημα που μας κόστισε υλικά αγαθά όπως ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα που κατέστρεψε το όχημα, ή μια πυρκαγιά που μας κατέκαψε το σπίτι. Υπάρχει όμως μέτρο; Υπάρχει σημείο μετά το οποίο πάμε στην ύβρη (με την αρχαία σημασία· της υπέρβασης του μέτρου και της αναπόφευκτης τιμωρίας γι’ αυτό);

Μπορούμε να κλαίμε και να δηλώνουμε δυστυχείς που κρυώνουμε χειμωνιάτικα ενώ φοράμε ακριβά ρούχα φτιαγμένα από φτωχούς ανθρώπους στις «υποανάπτυκτες» χώρες, που μετά βίας καλύπτουν την κοιλιακή μας χώρα και τον πισινό; Μπορούμε να δηλώνουμε δυστυχισμένοι τα Χριστούγεννα, επειδή οι (κωλο-;) γονείς μας δεν μας αγοράζουν το νέο κινητό με τις χι νέες εξελιγμένες δυνατότητες, με το σκεπτικό πως το «παλιό» μας τηλέφωνο δεν έχει καν χρονίσει; Έχουμε το δικαίωμα να κλαιγόμαστε που είμαι υπέρβαροι, και που δεν μπορούμε να αγοράζουμε τα ρούχα που μας αρέσουν στις βιτρίνες, την ώρα που τις κοιτάζουμε τρώγοντας ένα διπλό σάντουιτς, με μπόλικες πατάτες τηγανισμένες σε αμφιβόλου ποιότητας λάδι;

Αντί να σκεφτούμε πόσο ευτυχισμένοι θα έπρεπε να ήμαστε που έχουμε ρούχα να φορέσουμε, γονείς να μας νοιάζονται, και φαγητό υπέρ του δέοντος για να τρώμε, γκρινιάζουμε και δηλώνουμε δυστυχείς!

Μήπως –λέω μήπως!– έχει και λίγο δίκιο ο Όσσο;
Μήπως πρέπει να αποβάλουμε σιγά-σιγά αυτόν τον μηχανισμό;


* * *


Και για να προσθέσω και την προσωπική μου πινελιά ως ανθρώπου που, εξόν από τις όλες συνηθισμένες ιδιότητες του κάθε ανθρώπου, έχω κι αυτή του ομοφυλόφιλου ανήρ: Μήπως και οι «γκέι» έχουν αγκιστρωθεί άσχημα από αυτό το αγκίστρι της «δυστυχολαγνείας» και παίζουν υπερβολικά τον ρόλο του θύματος;

Σίγουρα δεν λέω πως η ζωή ενός ομοφυλόφιλου είναι στρωμένη με ροδοπέταλα· και γνωρίζω μερικούς γκέι που μπορούν να με ανατριχιάσουν (και να σας ανατριχιάσουν) με τις προσωπικές τους ιστορίες. Αλλά το όλο γκέι κίνημα γενικώς, δείχνει να προβάλει μια εικόνα του κατατρεγμένου πρόσφυγα που τον φτύνει η κοινωνία. Μήπως έτσι όμως, προκαλούμε και την κοινωνία να μας φέρεται σαν θύματα· να μας δείχνει οίκτο δηλαδή, αντί για σεβασμό και αποδοχή —αυτό που πραγματικά αποζητούμε δηλαδή;

Μεγάλο θέμα ανοίγω, που δεν νιώθω επί της παρούσης έτοιμος να το αναπτύξω και να το ψάξω διεξοδικά. Δίνω όμως –ελπίζω–, λίγη «τροφή» προς επεξεργασία και γενικότερη σκέψη.


Όποιος θέλει, μπορεί να αφήσει το σχόλιο του· με σεβασμό στον εαυτό του και στον συνάνθρωπό του. Σας ευχαριστώ που διαβάσατε το κείμενό μου.

Τάδε έφη,
Ναυτίλος Του Διαδικτύου (Περικλής Π.)


Σύνδεσμοι: (ανοίγουν σε νέο παράθυρο)
http://en.wikipedia.org/wiki/Osho
http://www.osho.com/

12/10/2007

14. Μιά Τραβεστί Στην Ιταλική Βουλή


«Δεν σκέφτομαι πλέον αν γεννιόμαστε ή γινόμαστε (ομοφυλόφιλοι)· απλά είμαστε»



Ένα απόγευμα, είπα κι εγώ να κάτσω να χαζέψω στο χαζοκούτι (κοινώς, τηλεόραση) κι εκεί που αυνανιζόμουν με το τηλεκοντρόλ στο χέρι, πέφτω στην εκπομπή «Αξίζει να το δεις», της δημοσιογράφου Τατιάνας Στεφανίδου, με θέμα: «Μία Τραβεστί Στην Ιταλική Βουλή», με επίσημη καλεσμένη την Ιταλίδα τρανσέξουαλ βουλευτίνα «Vladimir Luxuria». Αμέσως βάρεσε μέσα μου το καμπανάκι, οσμιζόμενος πως θα είχε άμεση σχέση με την ομοφυλοφιλία· όταν δε μάλιστα, είδα πως ένας εκ των καλεσμένων ήταν ο βουλευτής του ΛΑ.Ο.Σ., Θάνος Πλεύρης, άκουγα νοερά τυμπανοκρουσίες.

Στο πάνελ υπήρχαν καλεσμένοι, κι εκπρόσωποι λεσβιακών οργανώσεων. Παρόλα αυτά, ο κυρίως διάλογος έγινε μεταξύ της Ιταλίδας βουλευτού (ως συνέντευξιαζόμενης) και της Τατιάνας Στεφανίδου, ενώ έντονη κι εκτεταμένη συζήτηση έγινε μεταξύ της Ιταλίδας βουλευτού με τον Έλλην συνάδελφο της, κ. Θάνο πλεύρη.

Θα πρέπει να πω πως εξεπλάγην από το ήθος της Ιταλίδας βουλευτού, την οποία μέχρι τούδε είχα απλώς ακουστά. Μου άρεσε ο τρόπος με τον οποίον απαντούσε σε ερωτήσεις, καθώς και το γεγονός πως ήταν αρκετά ετοιμόλογη και μιλούσε με σεβασμό, ακόμη και σε προσβλητικές ερωτήσεις που ετέθησαν από τον βουλευτή του ΛΑ.Ο.Σ.

Η Ιταλίδα βουλευτίνα, δήλωσε πολλάκις πως δεν εκλέχθει γιατί δηλώνει ανοιχτά την διαφορετικότητά της ως τρανσέξουαλ, αλλά για τις ιδέες και τα όνειρα τα οποία εκπροσωπεί· πρωτίστως ως άνθρωπος δημοκρατικά σκεπτόμενος.

Ο βουλευτής Θάνος Πλέυρης, έκανε το γνωστό ατόπημα, που κάνουν όλοι οι φοβισμένοι –κι αδαείς ας μου επιτραπεί να πω– άνθρωποι, που έχουν άγνοια για το τι είναι η ομοφυλοφιλία. Για άλλη μια φορά επέμεινε στην θέση του (που στηρίζει γενικώς το κόμμα που εκπροσωπεί –το ΛΑ.Ο.Σ.–, παίζοντας τον ρόλο του δήθεν φιλελεύθερου): πως δεν τον ενοχλεί να είναι κάποιος ομοφυλόφιλος, τρανσέξουαλ ή ο,τιδήποτε μη ετεροφυλικό· αρκεί να μήν το προβάλει σαν πρότυπο(!)

Εδώ είναι ίσως το πρόβλημα που έχουν αυτοί οι άνθρωποι: Δεν μπορούν να καταλάβουν πως ουδείς ομοφυλόφιλος προβάλει τον εαυτό του ως πρότυπο(!) Ο βουλευτής Θάνος Πλέυρης ανέφερε το γνωστό στερεότυπο πως οι ομοφυλόφιλοι, προβάλλονται έντονα μέσω τηλεόρασης και λοιπών κοινωνικών εκδηλώσεων, με αποτέλεσμα (κατά την γνώμη του) να επηρεάζουν τους νέους και να συμβάλουν έτσι στην αλλοίωση της (φύσεις αυθεντικής, ετεροφυλικής;!) σεξουαλικής τους ταυτότητας (Πουστροποίηση της κοινωνίας με απλά λόγια).

Ο δυστυχής, δεν γνωρίζει το αυτονόητο: πως ουδείς «διαλέγει» την σεξουαλική του ταυτότητα, καθώς αυτή επηρεάζεται φύσει από πολλαπλά, μή ελεγχόμενα ερείσματα της ζωής του ανθρώπου, είτε είναι κοινωνικά, πολιτισμικά, γονιδιακά, ψυχολογικά κ.τ.λ. Σε σχετική ερώτηση του βουλευτή Θάνου Πλεύρη, η Ιταλίδα βουλευτίνα απάντησε με μια πολλή ωραία (κι αποστομωτική) φράση: «Δεν σκέφτομαι πλέον αν γεννιόμαστε ή γινόμαστε (ομοφυλόφιλοι)· απλά είμαστε»· δηλώνοντας έτσι πως νοιάζεται περισσότερο για τα δημοκρατικά δικαιώματα των μειονοτήτων (πάσης φύσεως), ασχέτως λόγου κι αφορμής.

Εν κατακλείδι, ήταν μια ενδιαφέρουσα –κατά την άποψη μου– εκπομπή, όπου η βουλευτίνα έλαμψε δια του πνεύματός της· όχι λόγο της διαφορετικότητάς της. Ενώ ο βουλευτής Θάνος Πλέυρης, επέδειξε για άλλη μια φορά, την σκοταδιστική και ομοφοβική του στάση, καθώς και έλλειψη σεβασμού απέναντι στην Ιταλίδα συνάδελφο του, λέγοντας με ύφος δήθεν αστειευόμενο: «Πάντως, αν είχα να διαλέξω μεταξύ εσάς και της κυρίας Στεφανίδου για να βγω το βράδυ, σίγουρα θα διάλεγα την κυρία Στεφανίδου».

Το αποτέλεσμα ήταν να διαφανεί, για άλλη μια φορά, πως στην Ελλάδα ο ομοφυλόφιλος προβάλλεται κι αντιμετωπίζεται ως μια γκροτέσκα καρικατούρα, η οποία στερείται φύσει πάσα σοβαρότητας, και γι’ αυτό δεν δύναται να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη ως ον πολιτικό. Κάτι, που η γείτονος χώρα, παρότι μεσογειακή κι επίσης αρκετά ανδροκρατούμενη και με πολλά κοινά στοιχεία με την Ελλάδα, κάνει γενναία βήματα μπροστά στο να το ξεπεράσει.


Σύνδεσμοι: (ανοίγουν σε νέο παράθυρο)
www.vladimirluxuria.it
en.wikipedia.org/wiki/Vladimir_Luxuria
www.thanos-plevris.gr


Τάδε έφη,
Ναυτίλος του Διαδικτύου (Περικλής Π.)