12/15/2007

15. Η δυστυχολαγνεία κατά τον Osho


ΠΡΟΣΟΧΗ: Ακολουθεί ένα απόσπασμα από το βιβλίο του OSHO με τίτλο: «Βουτιές στον Ωκεανό της Ζωής». Το κείμενο δεν έχει σκοπό να προσηλυτίσει τον αναγνώστη σε κάποια θρησκευτική ή παραθρησκευτική αίρεση· αξίζει τον κόπο να διαβαστεί. Πιστεύω πως αν μη τι άλλο θα σας φανεί ενδιαφέρον και ίσως να σας βάλει σε σκέψεις.
Στο τέλος ακολουθούν προσωπικές απόψεις και σκέψεις, σχετικά με το κείμενο και το θέμα που πραγματεύεται.



Η δυστυχολαγνεία
κατά τον Osho


«Η δυστυχία έχει πολλά πράγματα να σου δώσει, που δεν μπορεί να σου τα δώσει η ευτυχία. Η ευτυχία σου παίρνει πολλά πράγματα. Η ευτυχία παίρνει όλα όσα είχες ποτέ, όλα όσα ήσουν ποτέ. Η ευτυχία σε καταστρέφει! Η δυστυχία θρέφει το εγώ σου και η ευτυχία είναι βασικά μια κατάσταση χωρίς εγώ.

Αυτό είναι το πρόβλημα, το επίκεντρο του προβλήματος. Γι’ αυτό οι άνθρωποι το βρίσκουν δύσκολο να είναι ευτυχισμένοι. Γι’ αυτό, εκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο έχουν αποφασίσει να ζουν μίζερα και δυστυχισμένα. Αυτό σου δίνει ένα πάρα πολύ αποκρυσταλλωμένο εγώ. Όταν είσαι δυστυχισμένος, υπάρχεις. Όταν είσαι ευτυχισμένος, δεν υπάρχεις. Μέσα στη δυστυχία αποκρυσταλλώνεσαι, μέσα στην ευτυχία σκορπίζεσαι.

Αν αυτό γίνει κατανοητό, τότε τα πράγματα γίνονται ξεκάθαρα.

Η δυστυχία σε κάνει ιδιαίτερο. Η ευτυχία είναι ένα συμπαντικό φαινόμενο. Δεν υπάρχει τίποτα το ιδιαίτερο σ’ αυτήν.

Τα δέντρα είναι ευτυχισμένα και τα ζώα είναι ευτυχισμένα και τα πουλιά είναι ευτυχισμένα. Ολόκληρη η ύπαρξη είναι ευτυχισμένη, εκτός από τον άνθρωπο. Με το να είναι δυστυχισμένος, ο άνθρωπος γίνεται πολύ ιδιαίτερος, ξεχωριστός.

Η δυστυχία σου δίνει την ικανότητα να προσελκύεις την προσοχή των ανθρώπων. Όποτε είσαι δυστυχισμένος, σε προσέχουν, σε συμπαθούν, σ’ αγαπούν. Οι πάντες αρχίζουν να σε φροντίζουν. Ποιος θέλει να πληγώσει έναν άνθρωπο δυστυχισμένο;

Αν η σύζυγος δεν είναι δυστυχισμένη, ο σύζυγος έχει απλώς την τάση να την ξεχνάει. Αν είναι δυστυχισμένη, ο σύζυγος δεν μπορεί να την αγνοήσει. Αν ο σύζυγος είναι δυστυχισμένος, ολόκληρη η οικογένεια –η σύζυγος, τα παιδιά– βρίσκονται γύρω του και τον νοιάζονται. Αυτό του δίνει μεγάλη παρηγοριά. Νιώθει κανείς ότι δεν είναι μόνος, ότι έχει οικογένεια, φίλους.

Όταν είσαι άρρωστος, όταν νιώθεις κατάθλιψη, οι φίλοι έρχονται να σε επισκεφθούν για να σε παρηγορήσουν. Όταν είσαι ευτυχισμένος, οι ίδιοι φίλοι ε ζηλεύουν. Όταν είσαι πραγματικά ευτυχισμένος, θα βρεις ολόκληρο τον κόσμο να έχει στραφεί εναντίον σου.

Σε κανέναν δεν αρέσει ο ευτυχισμένος άνθρωπος, επειδή ο ευτυχισμένος άνθρωπος πληγώνει το εγώ των άλλων. Οι άλλοι αρχίζουν να νιώθουν: «Ώστε εσύ είσαι ευτυχισμένος κι εμείς εξακολουθούμε να σερνόμαστε μέσα στο σκοτάδι, τη μιζέρια και την κόλαση. Πως τολμάς εσύ να είσαι ευτυχισμένος, όταν όλοι εμείς βρισκόμαστε μέσα σε τόση δυστυχία;»

Και ασφαλώς ο κόσμος αποτελείται από δυστυχισμένους και μίζερους ανθρώπους και κανένας δεν έχει αρκετό θάρρος, για να αφήσει ολόκληρο τον κόσμο να στραφεί εναντίον του. Αυτό είναι υπερβολικά επικίνδυνο. Το ρίσκο είναι πολύ μεγάλο. Είναι προτιμότερο να είσαι προσκολλημένος στη δυστυχία. Αυτό σε κάνει μέρος του πλήθους —του ινδουϊστικού, του μουσουλμανικού, του ινδικού, του αραβικού, του ιαπωνικού.

Ευτυχία; Ξέρεις τί είναι η ευτυχία; Είναι ινδουϊστική, είναι χριστιανική, είναι μουσουλμανική; Η ευτυχία είναι απλώς ευτυχία. Μεταφέρεται κανείς σε έναν άλλο κόσμο. Δεν είναι πια μέρος του κόσμου που έχει δημιουργήσει ο νους του ανθρώπου. Δεν είναι πια μέρος του παρελθόντος, της άσχημης ιστορίας. Δεν είναι πια μέρος του χρόνου.

Όταν είσαι πραγματικά ευτυχισμένος, ευδαιμονικός, ο χρόνος εξαφανίζεται, ο χώρος εξαφανίζεται.



Ο Αϊνστάιν έχει πει ότι στο παρελθόν οι επιστήμονες θεωρούσαν ότι υπάρχουν δύο πραγματικότητες —ο χώρος και ο χρόνος. Λέει όμως ότι αυτές οι δύο πραγματικότητες δεν είναι δύο. Είναι δύο όψεις της ίδιας πραγματικότητας. Γι’ αυτό και έπλασε την καινούργια λέξη “χωροχρόνος” —μία λέξη. Ο χρόνος δεν είναι παρά η τέταρτη διάσταση του χώρου.

Ο Αϊνστάιν δεν ήταν μύστης, αλλιώς θα μπορούσε να είχε εισάγει και την τρίτη πραγματικότητα, την υπέρβαση —ούτε χώρος ούτε χρόνος. Είναι αυτό που ονομάζω “παρατηρητής”. Και από τη στιγμή που υπάρχουν αυτά τα τρία, έχεις ολόκληρη την τριάδα. Έχεις ολόκληρη την αντίληψη του τριμούρτι, των τριών προσώπων του θεού. Τότε έχεις και τις τέσσερις διαστάσεις. Η πραγματικότητα έχει τέσσερις διαστάσεις: τρεις διαστάσεις χώρου και την τέταρτη του χρόνου.

Υπάρχει όμως κάτι άλλο, που δεν μπορεί να ονομαστεί πέμπτη διάσταση, επειδή δεν είναι η πέμπτη πραγματικότητα, είναι το όλο, το υπερβατικό. Όταν είσαι ευδαιμονικός, αρχίζεις να κινείσαι μέσα στο υπερβατικό. Αυτό δεν είναι κοινωνικό, δεν είναι παραδοσιακό, δεν έχει απολύτως καμία σχέση με το νου του ανθρώπου.

Απλώς κοίταξε τη δυστυχία σου, παρατήρησε και θα είσαι σε θέση να βρεις για ποιο λόγο υπάρχει. Κι όταν κοιτάξεις μέσα σ’ εκείνες τις στιγμές, όταν μια στο τόσο επιτρέπεις στον εαυτό σου τη χαρά του να χαίρεσαι, δες και τότε ποιες διαφορές υπάρχουν.

Όταν είσαι δυστυχισμένος, η κοινωνία σ’ αγαπάει, οι άνθρωποι σε σέβονται τόσο, που μπορείς να γίνεις ακόμη και άγιος. Γι’ αυτό και οι άγιοί σου είναι όλοι δυστυχισμένοι. Η δυστυχία είναι γραμμένη φαρδιά-πλατιά πάνω στο πρόσωπο και τα μάτια τους. Επειδή είναι δυστυχισμένοι, εναντιώνονται σε κάθε είδους χαρά. Επικρίνουν κάθε είδους χαρά ως ηδονισμό. Είναι δυστυχισμένοι και ήθελαν να δουν ολόκληρο τον κόσμο δυστυχισμένο. Στην πραγματικότητα, αυτοί οι άνθρωποι δεν μπορούν να θεωρηθούν άγιοι. Σε έναν ευτυχισμένο κόσμο, θα τους νοσήλευαν, θα τους έκαναν θεραπεία. Αυτοί είναι παθολογικοί άνθρωποι.

Έχω δει πολλούς αγίους κι έχω κοιτάξει και τις ζωές των αγίων σου. Οι ενενήντα εννέα στους εκατό είναι απλώς ανώμαλοι —νευρωτικοί ή ακόμα και ψυχωτικοί. Οι άνθρωποι όμως τους σέβονται. Και να θυμάσαι, τους σέβονται εξαιτίας της δυστυχίας τους.

Σπουδαίοι άγιοι, που έκαναν μεγάλες νηστείες, απλώς βασάνιζαν τον εαυτό τους. Αυτό δεν χρειάζεται και πολλή ευφυΐα. Τις πρώτες μέρες είναι δύσκολο —την πρώτη εβδομάδα. Η δεύτερη βδομάδα είναι εύκολη. Την τρίτη εβδομάδα, δεν μπορείς να φας. Την τέταρτη βδομάδα το έχεις ξεχάσει τελείως. Το σώμα απολαμβάνει να τρώει τον εαυτό του, αισθάνεται λιγότερο βαρύ και προφανώς δεν έχει προβλήματα με τη χώνεψη. Και όλη η ενέργεια που προηγουμένως πήγαινε στη χώνεψη, τώρα πηγαίνει στο κεφάλι. Μπορείς να σκέφτεσαι περισσότερο, μπορείς να είσαι περισσότερο συγκεντρωμένος, μπορείς να ξεχάσεις το σώμα και τις ανάγκες του.

Αυτά τα πράγματα όμως δημιουργούν δυστυχισμένους ανθρώπους και δυστυχισμένη κοινωνία. Κοίταξε τη δυστυχία σου και θα βρεις ότι σου δίνει πολλά πράγματα: Οι άνθρωποι σε σέβονται. Οι άνθρωποι νιώθουν πιο φιλικά απέναντί σου. Θα έχεις περισσότερους φίλους αν είσαι δυστυχισμένος. Αυτός είναι ένας πολύ παράξενος κόσμος. Κάτι σ’ αυτόν είναι θεμελιωδώς λανθασμένο. Δεν θα έπρεπε να συμβαίνει αυτό.

Ο ευτυχισμένος άνθρωπος θα έπρεπε να έχει περισσότερους φίλους. Γίνε όμως ευτυχισμένος και οι άνθρωποι θα σε ζηλεύουν. Δεν θα είναι πια φιλικοί μαζί σου. Νιώθουν ότι τους κοροϊδεύεις. Έχεις κάτι που δεν είναι διαθέσιμο σ’ εκείνους. «Εσύ γιατί είσαι ευτυχισμένος;» Έτσι, εδώ και αιώνες, έχουμε μάθει το μηχανισμό: Καταπιέζουμε την ευτυχία και εκφράζουμε τη δυστυχία. Αυτό έχει γίνει δεύτερη φύση μας.

Πρέπει να εγκαταλείψεις όλον αυτό τον μηχανισμό. Πρέπει να μάθεις να είσαι ευτυχισμένος και πρέπει να μάθεις να σέβεσαι τους ευτυχισμένους ανθρώπους και πρέπει να μάθεις να δίνεις περισσότερη προσοχή στους ευτυχισμένους ανθρώπους.

Να το θυμάσαι αυτό. Αυτή είναι μια μεγάλη προσφορά στην ανθρωπότητα. Μη δείχνεις οίκτο στους δυστυχισμένους ανθρώπους. Αν κάποιος είναι δυστυχισμένος, βοήθησέ τον, αλλά μην του δείχνεις οίκτο. Μην του δίνεις την ιδέα ότι η δυστυχία είναι κάτι που αξίζει να την κουβαλάει. Άφησέ τον να μάθει ότι τον βοηθάς, αλλά «αυτό δεν είναι από σεβασμό, είναι απλώς επειδή το έχεις ανάγκη.» Και δεν κάνεις τίποτα με το να προσπαθήσεις να μπεις μέσα στη δυστυχία του άλλου ανθρώπου για να τον βγάλεις από εκεί, επειδή η δυστυχία είναι άσχημη. Άφησε τον άνθρωπο να νιώσει ότι η δυστυχία είναι άσχημη, ότι το να είναι δυστυχισμένος δεν είναι προσφορά στην ανθρωπότητα.

Να είσαι ευτυχισμένος, να σέβεσαι την ευτυχία και βοήθα τους ανθρώπους να καταλάβουν ότι η ευτυχία είναι ο σκοπός της ζωής —σαττσινανάντ. Οι μύστες της Ανατολής έχουν πει ότι ο Θεός έχει τρεις ποιότητες. Είναι σατ –αλήθεια–, τσιτ –συνειδητότητα– και άναντ —ευδαιμονία.

Όπου υπάρχει ευδαιμονία, εκεί βρίσκεται και ο Θεός. Όποτε βλέπεις έναν ευτυχισμένο άνθρωπο, σεβάσου τον —είναι άγιος. Κι όποτε αισθάνεσαι ότι μια συνάθροιση ανθρώπων είναι γεμάτη ευδαιμονία, θεώρησέ την ιερό χώρο.»

Περί βιβλίου:
Τίτλος: Βουτιές στον Ωκεανό της Ζωής
Συγγραφέας: Osho
Εκδόσεις: Ρέμπελ
Σελίδες: 234
ISBN:960-7259-99-8





Πραγματικά, εμένα προσωπικά, το κείμενο αυτό μου άνοιξε τα μάτια. Συνειδητοποίησα πως κι εγώ χρησιμοποιούσα υποσυνείδητα –αλλά και συνειδητά μερικές φορές– αυτόν τον μηχανισμό.

Καλώς ή κακώς (μάλλον κακώς), από μικρή ηλικία διδασκόμαστε αυτόν τον μηχανισμό. Ποιος δεν θυμάται το κλαψιάρικο χαϊδεμένο της δασκάλας στο νηπιαγωγείο ή στο δημοτικό; Πάντα υπήρχε ένα παιδάκι που με το παραμικρό θα έβαζε τα κλάματα, και θα έτρεχε στον δάσκαλο ή την δασκάλα για να βρει παρηγοριά. Αρκετές φορές μάλιστα κι εμείς οι ίδιοι, γίναμε θύματα και θύτες της χρήσης αυτού του μηχανισμού. Σίγουρα, λίγο πολύ, όλοι μας νιώσαμε αδικημένοι μερικές φορές στην ζωή μας, όταν κάποιος συμμαθητής-γνωστός μας, κατάφερνε να κερδίσει κάτι με το να υποκριθεί –εν γνώσει μας– τον δυστυχισμένο· το θύμα.

«Πονάει το κεφάλι μου», «έχω στομαχόπονο», «Είναι άρρωστή η γιαγιά μου», και άλλα πολλά. Κλασσικές δικαιολογίες για να την σκαπουλάρουμε και να την σκαπουλάρουν από δύσκολες καταστάσεις.

Το τραγικό είναι πως ο Όσσο έχει δίκιο ως προς την επιβράβευση: Ο δάσκαλος ή η δασκάλα, πάντα προσέτρεχε στο «πληγωμένο» παιδάκι· του έδινε αμέριστη προσοχή, κατανόηση, χάδια κι αγάπη. Όταν τα παιδιά όμως φωνάζουν δυνατά, τρέχουν και παίζουν και σηκώνουν τις γειτονίες ή την σχολική αυλή στο πόδι, επειδή είναι ευτυχισμένα, πάντα πετάγεται κάποιος να φωνάξει δυνατά ένα: «Σκάστε», «μην φωνάζετε!», «Κάντε ησυχία», και άλλα πολλά —τα επιπλήττουν με απλά λόγια(!)

Ακόμη και με τους γονείς ισχύει αυτό. Όταν το παιδί είναι μελαγχολικό, κλαμένο ή γενικώς θλιμμένο, αμέσως τρέχουν να τον ρωτήσουν τί έχει· ασχολούνται μαζί του. Πολλές φορές μάλιστα, το καλοπιάνουν με μικροδωράκια όπως γλυκίσματα, βόλτες και παιχνίδια. Όταν το παιδί είναι ευτυχισμένο και παίζει αμέριμνα στην αυλή, το αγνοούν. Δεν το φωνάζουν να του δώσουν ένα φιλί, μια αγκαλιά, μια έκπληξη!

Σίγουρα δεν είναι δύσκολο στο παιδί να μάθει, ότι το να εκμεταλλεύεσαι την φυσική ιδιότητα του ανθρώπου, να συμπονάει τον πλησίον του, είναι πολύ πιο κερδοφόρο· τόσο σε συναισθηματικό όσο και σε υλιστικό επίπεδο.

Το ίδιο συμβαίνει καθώς μεγαλώνει κι ενηλικιώνεται ο άνθρωπος. Βλέπεις κάποιον στον δρόμο και τον ρωτάς πώς πάει, πως νιώθει, αν είναι όλα καλά. Η συνηθέστερες απαντήσεις είναι του είδους: «Εχ, δε βαριέσαι», «Καλά μωρέ... ζούμε», «Προσπαθούμε», «Το κατά δυνάμει» κ.τ.λ. Σχεδόν ποτέ ή πάρα πολύ σπάνια, θα ακούσεις μια θετική απάντηση του είδους: «Όλα καλά!», ή «Δόξα τον θεώ, είμαστε μια χαρά» ή κάτι παρόμοιο. Νομίζεις πως η δυστυχία –αυτή μόνο– είναι ίδιον αυτού του κόσμου—ΔΕΝ υπάρχει ευτυχία!

Ένα κλασσικό παράδειγμα είναι οι Ρόμ (ή τσιγγάνοι αλλιώς). Είναι άνθρωποι που από μικροί, έχουν μάθει να είναι δουλοπρεπείς, να παρακαλάνε και να ζητιανεύουν την λύπη μας. Ξεγυμνώνονται οι ίδιοι, αλλά και τα παιδιά τους, για να προκαλέσουν τον οίκτο μας, την λύπησή μας. Κυκλοφορούν μέσα στον χειμώνα ξυπόλυτα –ξεβράκωτα μερικές φορές– και μας χτυπάνε το τζάμι του αυτοκινήτου, παρακαλώντας για μια επίδειξη της γενναιοδωρίας μας. Άλλοτε δίνουμε κάτι· άλλοτε όχι. Μόλις ήρθαμε σε επαφή με την απόλυτη φτώχια και πνευματική και συναισθηματική εξαθλίωση. Λίγα μέτρα παρακάτω συναντάμε κάποιον γνωστό, βγαίνουμε από το αυτοκίνητό μας(!), φορώντας ζεστά ρούχα(!) κι έχοντας ένα πορτοφόλι με χρήματα στην τσέπη(!) κι ένα ζεστό σπίτι για να πάμε το μεσημέρι και να φάμε ζεστό, μαγειρευτό φαγητό(!). Στην ερώτηση που θα μας κάνει: «Πώς είσαί;» θα του απαντήσουμε με μια κλασσική, παραπονιάρικη απάντηση: «Εχ... καλά μωρέ... το παλεύουμε»!!

Κάποιος είπε κάποτε, αναφερόμενος στο γεγονός πως οι άνθρωποι που ζουν στις λεγόμενες «ανεπτυγμένες» χώρες, δηλώνουν πιο δυστυχισμένοι απ’ ό,τι αυτοί που ζουν στις λεγόμενες «υποανάπτυκτες» χώρες, που έχουν πληθώρα καθημερινών προβλημάτων επιβίωσης, πως «όλοι έχουν δικαίωμα στην δυστυχία».

Για χρόνια συμμεριζόμουν αυτόν τον ισχυρισμό· σήμερα, ομολογώ πως έχω αμφιβολίες. Ναι, σίγουρα μπορούμε κι εμείς να θρηνούμε και να δυστυχούμε για τον χαμό αγαπημένων προσώπων· μια ατυχή στιγμή· ένα ατύχημα που μας κόστισε υλικά αγαθά όπως ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα που κατέστρεψε το όχημα, ή μια πυρκαγιά που μας κατέκαψε το σπίτι. Υπάρχει όμως μέτρο; Υπάρχει σημείο μετά το οποίο πάμε στην ύβρη (με την αρχαία σημασία· της υπέρβασης του μέτρου και της αναπόφευκτης τιμωρίας γι’ αυτό);

Μπορούμε να κλαίμε και να δηλώνουμε δυστυχείς που κρυώνουμε χειμωνιάτικα ενώ φοράμε ακριβά ρούχα φτιαγμένα από φτωχούς ανθρώπους στις «υποανάπτυκτες» χώρες, που μετά βίας καλύπτουν την κοιλιακή μας χώρα και τον πισινό; Μπορούμε να δηλώνουμε δυστυχισμένοι τα Χριστούγεννα, επειδή οι (κωλο-;) γονείς μας δεν μας αγοράζουν το νέο κινητό με τις χι νέες εξελιγμένες δυνατότητες, με το σκεπτικό πως το «παλιό» μας τηλέφωνο δεν έχει καν χρονίσει; Έχουμε το δικαίωμα να κλαιγόμαστε που είμαι υπέρβαροι, και που δεν μπορούμε να αγοράζουμε τα ρούχα που μας αρέσουν στις βιτρίνες, την ώρα που τις κοιτάζουμε τρώγοντας ένα διπλό σάντουιτς, με μπόλικες πατάτες τηγανισμένες σε αμφιβόλου ποιότητας λάδι;

Αντί να σκεφτούμε πόσο ευτυχισμένοι θα έπρεπε να ήμαστε που έχουμε ρούχα να φορέσουμε, γονείς να μας νοιάζονται, και φαγητό υπέρ του δέοντος για να τρώμε, γκρινιάζουμε και δηλώνουμε δυστυχείς!

Μήπως –λέω μήπως!– έχει και λίγο δίκιο ο Όσσο;
Μήπως πρέπει να αποβάλουμε σιγά-σιγά αυτόν τον μηχανισμό;


* * *


Και για να προσθέσω και την προσωπική μου πινελιά ως ανθρώπου που, εξόν από τις όλες συνηθισμένες ιδιότητες του κάθε ανθρώπου, έχω κι αυτή του ομοφυλόφιλου ανήρ: Μήπως και οι «γκέι» έχουν αγκιστρωθεί άσχημα από αυτό το αγκίστρι της «δυστυχολαγνείας» και παίζουν υπερβολικά τον ρόλο του θύματος;

Σίγουρα δεν λέω πως η ζωή ενός ομοφυλόφιλου είναι στρωμένη με ροδοπέταλα· και γνωρίζω μερικούς γκέι που μπορούν να με ανατριχιάσουν (και να σας ανατριχιάσουν) με τις προσωπικές τους ιστορίες. Αλλά το όλο γκέι κίνημα γενικώς, δείχνει να προβάλει μια εικόνα του κατατρεγμένου πρόσφυγα που τον φτύνει η κοινωνία. Μήπως έτσι όμως, προκαλούμε και την κοινωνία να μας φέρεται σαν θύματα· να μας δείχνει οίκτο δηλαδή, αντί για σεβασμό και αποδοχή —αυτό που πραγματικά αποζητούμε δηλαδή;

Μεγάλο θέμα ανοίγω, που δεν νιώθω επί της παρούσης έτοιμος να το αναπτύξω και να το ψάξω διεξοδικά. Δίνω όμως –ελπίζω–, λίγη «τροφή» προς επεξεργασία και γενικότερη σκέψη.


Όποιος θέλει, μπορεί να αφήσει το σχόλιο του· με σεβασμό στον εαυτό του και στον συνάνθρωπό του. Σας ευχαριστώ που διαβάσατε το κείμενό μου.

Τάδε έφη,
Ναυτίλος Του Διαδικτύου (Περικλής Π.)


Σύνδεσμοι: (ανοίγουν σε νέο παράθυρο)
http://en.wikipedia.org/wiki/Osho
http://www.osho.com/

12/10/2007

14. Μιά Τραβεστί Στην Ιταλική Βουλή


«Δεν σκέφτομαι πλέον αν γεννιόμαστε ή γινόμαστε (ομοφυλόφιλοι)· απλά είμαστε»



Ένα απόγευμα, είπα κι εγώ να κάτσω να χαζέψω στο χαζοκούτι (κοινώς, τηλεόραση) κι εκεί που αυνανιζόμουν με το τηλεκοντρόλ στο χέρι, πέφτω στην εκπομπή «Αξίζει να το δεις», της δημοσιογράφου Τατιάνας Στεφανίδου, με θέμα: «Μία Τραβεστί Στην Ιταλική Βουλή», με επίσημη καλεσμένη την Ιταλίδα τρανσέξουαλ βουλευτίνα «Vladimir Luxuria». Αμέσως βάρεσε μέσα μου το καμπανάκι, οσμιζόμενος πως θα είχε άμεση σχέση με την ομοφυλοφιλία· όταν δε μάλιστα, είδα πως ένας εκ των καλεσμένων ήταν ο βουλευτής του ΛΑ.Ο.Σ., Θάνος Πλεύρης, άκουγα νοερά τυμπανοκρουσίες.

Στο πάνελ υπήρχαν καλεσμένοι, κι εκπρόσωποι λεσβιακών οργανώσεων. Παρόλα αυτά, ο κυρίως διάλογος έγινε μεταξύ της Ιταλίδας βουλευτού (ως συνέντευξιαζόμενης) και της Τατιάνας Στεφανίδου, ενώ έντονη κι εκτεταμένη συζήτηση έγινε μεταξύ της Ιταλίδας βουλευτού με τον Έλλην συνάδελφο της, κ. Θάνο πλεύρη.

Θα πρέπει να πω πως εξεπλάγην από το ήθος της Ιταλίδας βουλευτού, την οποία μέχρι τούδε είχα απλώς ακουστά. Μου άρεσε ο τρόπος με τον οποίον απαντούσε σε ερωτήσεις, καθώς και το γεγονός πως ήταν αρκετά ετοιμόλογη και μιλούσε με σεβασμό, ακόμη και σε προσβλητικές ερωτήσεις που ετέθησαν από τον βουλευτή του ΛΑ.Ο.Σ.

Η Ιταλίδα βουλευτίνα, δήλωσε πολλάκις πως δεν εκλέχθει γιατί δηλώνει ανοιχτά την διαφορετικότητά της ως τρανσέξουαλ, αλλά για τις ιδέες και τα όνειρα τα οποία εκπροσωπεί· πρωτίστως ως άνθρωπος δημοκρατικά σκεπτόμενος.

Ο βουλευτής Θάνος Πλέυρης, έκανε το γνωστό ατόπημα, που κάνουν όλοι οι φοβισμένοι –κι αδαείς ας μου επιτραπεί να πω– άνθρωποι, που έχουν άγνοια για το τι είναι η ομοφυλοφιλία. Για άλλη μια φορά επέμεινε στην θέση του (που στηρίζει γενικώς το κόμμα που εκπροσωπεί –το ΛΑ.Ο.Σ.–, παίζοντας τον ρόλο του δήθεν φιλελεύθερου): πως δεν τον ενοχλεί να είναι κάποιος ομοφυλόφιλος, τρανσέξουαλ ή ο,τιδήποτε μη ετεροφυλικό· αρκεί να μήν το προβάλει σαν πρότυπο(!)

Εδώ είναι ίσως το πρόβλημα που έχουν αυτοί οι άνθρωποι: Δεν μπορούν να καταλάβουν πως ουδείς ομοφυλόφιλος προβάλει τον εαυτό του ως πρότυπο(!) Ο βουλευτής Θάνος Πλέυρης ανέφερε το γνωστό στερεότυπο πως οι ομοφυλόφιλοι, προβάλλονται έντονα μέσω τηλεόρασης και λοιπών κοινωνικών εκδηλώσεων, με αποτέλεσμα (κατά την γνώμη του) να επηρεάζουν τους νέους και να συμβάλουν έτσι στην αλλοίωση της (φύσεις αυθεντικής, ετεροφυλικής;!) σεξουαλικής τους ταυτότητας (Πουστροποίηση της κοινωνίας με απλά λόγια).

Ο δυστυχής, δεν γνωρίζει το αυτονόητο: πως ουδείς «διαλέγει» την σεξουαλική του ταυτότητα, καθώς αυτή επηρεάζεται φύσει από πολλαπλά, μή ελεγχόμενα ερείσματα της ζωής του ανθρώπου, είτε είναι κοινωνικά, πολιτισμικά, γονιδιακά, ψυχολογικά κ.τ.λ. Σε σχετική ερώτηση του βουλευτή Θάνου Πλεύρη, η Ιταλίδα βουλευτίνα απάντησε με μια πολλή ωραία (κι αποστομωτική) φράση: «Δεν σκέφτομαι πλέον αν γεννιόμαστε ή γινόμαστε (ομοφυλόφιλοι)· απλά είμαστε»· δηλώνοντας έτσι πως νοιάζεται περισσότερο για τα δημοκρατικά δικαιώματα των μειονοτήτων (πάσης φύσεως), ασχέτως λόγου κι αφορμής.

Εν κατακλείδι, ήταν μια ενδιαφέρουσα –κατά την άποψη μου– εκπομπή, όπου η βουλευτίνα έλαμψε δια του πνεύματός της· όχι λόγο της διαφορετικότητάς της. Ενώ ο βουλευτής Θάνος Πλέυρης, επέδειξε για άλλη μια φορά, την σκοταδιστική και ομοφοβική του στάση, καθώς και έλλειψη σεβασμού απέναντι στην Ιταλίδα συνάδελφο του, λέγοντας με ύφος δήθεν αστειευόμενο: «Πάντως, αν είχα να διαλέξω μεταξύ εσάς και της κυρίας Στεφανίδου για να βγω το βράδυ, σίγουρα θα διάλεγα την κυρία Στεφανίδου».

Το αποτέλεσμα ήταν να διαφανεί, για άλλη μια φορά, πως στην Ελλάδα ο ομοφυλόφιλος προβάλλεται κι αντιμετωπίζεται ως μια γκροτέσκα καρικατούρα, η οποία στερείται φύσει πάσα σοβαρότητας, και γι’ αυτό δεν δύναται να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη ως ον πολιτικό. Κάτι, που η γείτονος χώρα, παρότι μεσογειακή κι επίσης αρκετά ανδροκρατούμενη και με πολλά κοινά στοιχεία με την Ελλάδα, κάνει γενναία βήματα μπροστά στο να το ξεπεράσει.


Σύνδεσμοι: (ανοίγουν σε νέο παράθυρο)
www.vladimirluxuria.it
en.wikipedia.org/wiki/Vladimir_Luxuria
www.thanos-plevris.gr


Τάδε έφη,
Ναυτίλος του Διαδικτύου (Περικλής Π.)

12/01/2007

13. 1η Δεκεμβρίου: AIDS Day


1η Δεκεμβρίου


Παγκόσμια ημέρα
ενημέρωσης και πρόληψης
για το AIDS!




Εισαγωγή

Ο ιός του AIDS, έχει σήμερα μολύνει πάνω από εβδομήντα εκατομμύρια ασθενείς σε όλον τον κόσμο και δυστυχώς τα κρούσματα αυξάνονται. Κύριος λόγος θεωρείται η έλλειψη ενημέρωσης του κοινού, καθώς και η αρνητική στάση της Καθολικής Εκκλησίας και σκληροπυρηνικών κυβερνήσεων, που δείχνουν να αγνοούν τις πραγματικές διαστάσεις του προβλήματος.

Ο ιός του AIDS, εξακολουθεί να είναι επικίνδυνος και σε πολλές περιπτώσεις, να σκοτώνει! Μεταδίδετε μέσω των υγρών του σώματος, όπως το σπέρμα, τα κολπικά υγρά και το αίμα. ΔΕΝ μεταδίδετε όμως αποδεδειγμένα, μέσω του σάλιου, του ιδρώτα, του δακρύου, των ούρων και λοιπών εκκρίσεων του σώματος.

Συνηθέστερος τρόπος μετάδοσης του, είναι μέσω του σεξ χωρίς προφυλάξεις (τουτέστιν προφυλακτικό), μέσω κοινής χρίσης βελόνων ανάμεσα σε τοξικομανείς και γενικός χρήστες ουσιών, την μετάγγιση μολυσμένου αίματος, ή από μητέρα φορέα στο παιδί κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης.

Πως μπορούμε να προφυλαχτούμε από τον ιό, χωρίς να χάσουμε την χαρά του έρωτα; Κι αν νοσήσουμε, τι μπορούμε να κάνουμε;


Σύντομο ιστορικό

Το καλοκαίρι του 1981, γίνεται για πρώτη φορά αναφορά στην Αμερική, για έναν ασθενή που πέθανε από ένα «άγνωστο» ως τότε σύνδρομο που αργότερα ονομάσθηκε AIDS («Σύνδρομο Επίκτητης Ανοσολογικής Ανεπάρκειας», όπως ονομάζεται Ελληνικά).

Τότε, τα πράγματα ήταν πολύ συγκεχυμένα κι ο κόσμος δεν γνώριζε πολλά. Σύντομα ακολούθησαν άλλοι πέντε θάνατοι κι άρχισε να διαφαίνεται πως μια «μυστηριώδη» ασθένεια χτυπούσε τους άνδρες, και δη τους ομοφυλόφιλους άνδρες.

Αυτή η ατυχής σύμπτωση, οδήγησε λανθασμένα τα πρώτα χρόνια, τον κόσμο να πιστεύει πως ήταν κάτι που είχε σχέση μόνο με τους ομοφυλόφιλους. Πολλοί μάλιστα κακεντρεχείς χριστιανικοί κι άλλοι θρησκευτικοί οργανισμοί, διέδιδαν με περισσή ευχαρίστηση, πως αυτή ήταν ίσως η μεγαλύτερη απόδειξη –απευθείας σταλμένη από τον μεγαλοδύναμο– πως οι ομοφυλόφιλοι τιμωρούνταν έτσι για την αμαρτωλή τους ζωή.

Απόρροια αυτού του γεγονότος, ήταν πολύ ετερόφυλοι να αγνοούν και να παραβλέπουν εντελώς το φαινόμενο του AIDS, για σχεδόν μια ολόκληρη δεκαετία, με αποτέλεσμα ο ιός να βρει πρόσφορο έδαφος και να εξαπλωθεί ραγδαία.

Στην αρχή, οι επιστήμονες έδωσαν αγώνα για να βρουν τι είναι ο ιός, πως μεταδιδόταν και πως μπορούσε να καταπολεμηθεί.

Η ταυτοποίηση γίνεται το 1983 στην Γαλλία, με τους Αμερικανούς να ακολουθούν κατά πόδας. Οι επιστήμονες αναγελούν περιχαρείς –κι ίσως υπεραισιόδοξα–, πως αφού ταυτοποιήθηκε ο ιός, σύντομα θα ήταν σε θέση, όχι μονάχα να τον καταπολεμήσουν, αλλά να αναπτύξουν κι ένα εμβόλιο κατά του ιού. (2007 μ.Χ., κι ακόμη δεν υπάρχει ούτε εμβόλιο, ούτε και θεραπεία).

Αργότερα, αναπτύχθηκαν κάποια φάρμακα, τα οποία επιβράδυναν την εξέλιξη του ιού, χαρίζοντας έτσι, παραπάνω χρόνια ζωής στους ασθενείς που νοσούσαν. Δυστυχώς αποδείχθηκαν υπερβολικά τοξικά, με αποτέλεσμα να πέφτει δραματικά η ποιότητα ζωής των ασθενών, οι οποίοι υπέφεραν από τις έντονες παρενέργειες –σε μερικές περιπτώσεις τα φάρμακα αυτά, επέφεραν και τον θάνατο του ασθενούς.

Το 1988 ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, ανακηρύσσει την 1η Δεκεμβρίου ως παγκόσμια ημέρα πρόληψης κι ενημέρωσης για το AIDS. Έκτοτε, πολύ νερό έχει κυλήσει στο αυλάκι, αλλά τα πράγματα δεν πάνε τόσο καλά ως θα ’πρεπε.



Εσύ, φόρεσες το προφυλακτικό σου;



Τί Είναι Το AIDS;

Το AIDS είναι ένας ιός, που χτυπάει το ανοσοποιητικό σύστημα του ανθρώπου· του συστήματος δηλαδή, που αναλαμβάνει την άμυνα του οργανισμού απέναντι σε ξένα σώματα όπως ιούς και μικρόβια.

Υπάρχουν δύο στάδια. Το πρώτο είναι όταν κολλάς τον ιό και γίνεσαι φορέας. Ο ιός βρίσκεται στο σώμα του και επωάζει. Η χρονική περίοδος είναι από μερικές εβδομάδες, μήνες, σε κάποιες περιπτώσεις, ίσως και χρόνια. Τότε λέμε πως κάποιος είναι φορέας του ιού HIV(+)· οροθετικός δηλαδή.

Η δεύτερη φάση, είναι όταν ο ιός έχει επωάσει, και πλέον έχει καταστρέψει σχεδόν ολοκληρωτικά ανοσοποιητικό σύστημα. Τότε λέμε πως ο ασθενής νοσεί πλέον, κι έχει εκδηλώσει το «Σύνδρομο Επίκτητης Ανοσολογικής Ανεπάρκειας»· ή AIDS όπως είναι γνωστό. Σε αυτή την φάση, πέφτει σταδιακά η άμυνα του οργανισμού σε άλλους ιούς και μικρόβια, που προκαλούν συνεχείς λοιμώξεις. Ο ασθενής πεθαίνει μετά από μήνες ή μερικά χρόνια, όχι λόγο του ιού του AIDS, αλλά από άλλες λοιμώξεις, όπως πνευμονία κ.α., που παλαιότερα ο οργανισμός του θα τις αντιμετώπιζε πολύ εύκολα.

Παλαιότερα τα πράγματα ήταν πολύ άσχημα· ο μέσος όρος ζωής των ανθρώπων από την στιγμή που μολύνονταν με τον ιό, ήταν περίπου τα δύο χρόνια.

Σήμερα –ευτυχώς–, η επιστήμη έχει προχωρήσει πολύ. Μπορεί μεν να μην θεραπεύει τον ιό, αλλά με φάρμακα που είναι πολύ λιγότερα τοξικά, κι έχουν πολύ λίγες παρενέργειες σε σχέση με τα παλαιότερα, αδρανοποιούν τον ιό και επιτρέπει σε φορείς του ιού, να ζουν για δέκα ή είκοσι και βάλε χρόνια. Ουκ ολίγοι φορείς σήμερα, συνεχίζουν να ζουν μια σχετικά φυσιολογική ζωή, κουβαλώντας τον ιό μέσα τους για πάνω από είκοσι χρόνια!

Δεν υπάρχει μέχρι σήμερα οριστική θεραπεία για τον ιό, ούτε και διαφαίνεται σοβαρή πρόοδος στον επιστημονικό κόσμο, για την επόμενη τουλάχιστον δεκαετία. Οπότε θέλει προσοχή και πρόληψη!


Το AIDS σήμερα

Κατά μέσα της δεκαετίας του ’90, έγινε συστηματική ενημέρωση του κοινού, κυρίως στις λεγόμενες ανεπτυγμένες χώρες, σχετικά με τον ιό του AIDS. Προσπάθησαν να αφυπνίσουν τους ανθρώπους ώστε να δίνουν μεγαλύτερη σημασία στην ενημέρωση, κυρίως των νέων ανθρώπων, σχετικά με τον ιό, τους τρόπους μετάδοσης του και τους τρόπους πρόληψης. Έγιναν παγκόσμιες αλλαγές και θεσπίσθηκαν νέοι κανονισμοί για τον έλεγχο του αίματος στις μεταγγίσεις και γενικός στον ιατρικό τομέα.

Τα πρώτα δήγματα ήταν ενθαρρυντικά, και φάνηκε πως ίσως να μπορούσε να ανακοπεί η πορεία του ο ιού. Δυστυχώς όμως με τα χρόνια, η μεγάλη καμπάνια ενημέρωσης έφθινε. Αποτέλεσμα είναι ο ιός να έχει πάρει κυριολεκτικά τα πάνω του και τα κρούσματα να αυξάνονται συνεχώς. Υπολογίζεται πως μέχρι το 2025, θα είναι η τρίτη παγκοσμίως αιτία θανάτου!

Υπεύθυνοι θεωρούνται οι κυβερνήσεις και η εκκλησία, οι οποίοι αντιτίθενται στην όλη ιδεολογία την ενημέρωσης του κοινού σχετικά με τον ιό και το σεξ.

Η Καθολική Εκκλησία, με τον αποθανόντα Πάπα Παύλο Β’, και τον σημερινό Πάπα, Βενέδικτο, αντιτίθενται σφόδρα στην ενημέρωση για την χρήση του προφυλακτικού στους νέους, και αντιπροτείνουν το απλό και θεμιτό γι’ αυτούς, την πλήρη αποχή του σεξ, εκτός γάμου. Από την άλλη, συντηρητικές κυβερνήσεις, με ηγέτιδα αυτή των Η.Π.Α., που ερωτοτροπούν με μια νέα μορφή θεοκρατικής διακυβέρνησης, ακολουθούν τις επιταγές της εκκλησίας και στρουμφοκαμιλίζουν σκανδαλιστικά.

Αποτέλεσμα, είναι σήμερα μια μεγάλη πλειοψηφία, κυρίως νέων ανθρώπων, να έχουν πέσει στα παλιά, ανόητα στερεότυπα, όπως το ότι το AIDS είναι μια ασθένεια που αφορά κυρίως τους ομοφυλόφιλους, τους ναρκομανείς και γενικώς, πάσης φύσεως «έκπτωτους».

ΜΗΝ τα πιστεύετε αυτά, ό,τι κι αν σας πούνε! Ο ιός σε αντίθεση με τους ανθρώπους δεν είναι ρατσιστής, ούτε και φαλλοκράτης.
Χτυπάει αδιακρίτως ανθρώπους και των δύο φύλων, θρησκείας, φυλής, ηλικίας και σεξουαλικού προσανατολισμού.




Πρόληψη — Αντιμετώπιση

Όπως προαναφέραμε, η μετάδοση γίνεται κυρίως με το σεξ, και την μετάγγιση μολυσμένου αίματος (μεταδίδεται και με άλλους τρόπους που έχουν πάντα σχέση με τα υγρά του σώματος· όχι όμως σάλιου, ιδρώτα, ούρων κλπ.).

Το πρώτο που μπορεί να γίνει λοιπόν, είναι να γίνεται ΠΑΝΤΑ σεξ με την χρήση προφυλακτικού. Αν κάποιος ή κάποια, σας προτείνει να κάνετε σεξ χωρίς προφύλαξη, –γιατί λέει σας αγαπάει–, σηκώστε το σλιπάκι ή την κιλότα σας και φύγετε αμέσως!

Σε περίπτωση στοματικού σεξ, η Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας, συνιστά μεν την χρήση του προφυλακτικού, αλλά γνωρίζει ότι αυτή η καμπάνια δεν απέδωσε ποτέ.

Το σύνολο των ανθρώπων, δεν βρίσκει διαφορά στο να γλείψει ένα αγγούρι, και στο να γλύψει ένα πέος τυλιγμένο σε σελοφάν καλυμμένο με σπερματοκτόνο, —προτιμά να γλύψει ένα θερμιδοφορτωμένο παγωτό! Γι’ αυτό κι ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, δεν επιμένει σ’ αυτό το θέμα στα σποτ και στις ενημερώσεις της. Συνιστά όμως δύο βασικά πράγματα:

Πρώτον, να μην γίνεται εκσπερμάτωση μέσα στο στόμα. Δεύτερον, αν γίνει εκσπερμάτωση μέσα στο στόμα, είναι καλύτερα να γίνει κατάποση του σπέρματος· τα στομαχικά οξέα αποδεικνύονται πολύ καλά ακόμη και στην εξόντωση του ιού. Το να τα φτύσουμε, απλώς δεν έχει αποτέλεσμα· ο ιός, μεταδίδεται πιο εύκολα, μέσω του βλεννογόνου που καλύπτει το εσωτερικό της στοματικής κοιλότητας και τον φάρυγγα. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας υπολογίζει πως οι πιθανότητες για μετάδοση του ιού μέσω του στοματικού σεξ είναι πιθανές μεν, αλλά πολύ λίγες δε.

Συμπληρωματικά, να πούμε ότι εάν σπέρμα ή κολπικά υγρά, πέσουν πάνω στο δέρμα ή στα μαλλιά, δεν υπάρχει κίνδυνος μετάδοσης του ιού, μιας και δεν μπορεί να διαπεράσει το δέρμα —εξαίρεση(!) υπάρχει αν πέσει σε ανοιχτή πληγή· οι πιθανότητες και πάλι είναι ελάχιστες όμως.

Όταν κάνουμε στοματικό σεξ, καλό είναι να μην γίνει εκσπερμάτοση εντός του στόματος, και να είμαστε σίγουροι πως δεν υπάρχουν χαλασμένα δόντια, πληγωμένα ούλα και άλλου είδους ανοιχτές πληγές στην στοματική κοιλότητα. Αλλιώς ο ιός μπορεί να καταφέρει να μπει στο σώμα.

Σε χρηστές ουσιών, νομίμων και μη, συνιστάται η χρίση αποστειρωμένης βελόνας η οποία ΔΕΝ ξαναχρησιμοποιείται ποτέ ξανά. Για μεταγγίσεις αίματος, γίνεται πλέον συστηματικός και σοβαρός έλεγχος στο αίμα. Τυχαία περιστατικά με λάθη συμβαίνουν, αλλά είναι σπάνια και δαιμονοποιούνται στην τηλεόραση δημιουργώντας πανικό.

Σε περίπτωση μόλυνσης, ακολουθείται θεραπεία με συνεχή παρακολούθηση από γιατρό. Καλό είναι να κάνουμε τουλάχιστον μια φορά τον χρόνο εξετάσεις αίματος, για να ανιχνευθεί ο ιός όσο γίνεται γρηγορότερα σε περίπτωση που το κολλήσαμε· πριν εμφανιστούν συμπτώματα. Έχει καταλυτική σημασία, για την μετέπειτα ζωή μας ως φορείς του ιού.

Η μόνη λύση μέχρι σήμερα είναι το σεξ με προφύλαξη —τουτέστιν, ΠΡΟΦΥΛΑΚΤΙΚΟ (καπότα ντε!)


Επίλογος

Η μέρα της 1ης Δεκεμβρίου, θεσμοθετήθηκε για δύο βασικούς λόγους:
Πρώτον, για να θυμόμαστε τα εκατομμύρια ήδη θύματα του ιού, που συνεχίζει να σκοτώνει καθημερινά χιλιάδες ανθρώπους. Δεύτερον, για να μας αφυπνίζει την προσοχή και να προσέχουμε τις ερωτικές μας συνήθειες. Να αγαπάμε τον εαυτό μας και τον (ή τους) σύντροφό (-ούς) μας.

Μεγάλο πρόβλημα, αποτελεί επίσης το γεγονός, πως άνθρωποι ανημέρωτοι γίνονται άγριοι και ρατσιστές απέναντι σε φορείς του ιού. Παλαιότερα, στις αρχές της εκδήλωσης του ιού, γίνανε τερατουργήματα εναντίων οροθετικών ατόμων, όπως εκδιώξεις, εξώσεις, απολύσεις, ακόμη και δολοφονίες. Το χειρότερο, πριν την σωματικό θάνατο, είναι ο κοινωνικός θάνατος του φορέα ή του νοσούντος ατόμου.

Την 1η Δεκεμβρίου, θυμόμαστε τα θύματα· ενημερωνόμαστε· χαιρόμαστε την ζωή· τον έρωτα! Με αγάπη στον εαυτό μας και στον συνάνθρωπό μας!


Σύνδεσμοι: (ανοίγουν σε νέο παράθυρο)
el.wikipedia.org/wiki/AIDS
www.10percent.gr/issues/200410/10.html
www.10percent.gr/issues/200404/16.html
news.pathfinder.gr/health/features/prevention_aids.html
www.iatronet.gr/article.asp?art_id=342
en.wikipedia.org/wiki/AIDS


Τάδε έφη,
Ναυτίλος του Διαδικτύου (Περικλής Π.)

11/24/2007

12. Αφιέρωμα: Γιάννης Ρίτσος

Εισαγωγή: Ακολουθεί ένα μικρό, σύντομο αφιέρωμα στον ποιητή, Γιάννη Ρίτσο. Παρατίθενται παρακάτω τρία ποιήματα του, τα οποία (προσωπικά) μου αρέσουν πολύ (ιδίως το πρώτο, λόγο του διάχυτου αισθησιασμού που το διακατέχει, χωρίς ίχνος όμως, χυδαιότητας). Το πολύ γνωστό του ποίημα: «Η Σονάτα Του Σεληνόφωτος» δεν παρατίθεται λόγω του ότι είναι αρκετά γνωστό και υπάρχει διάχυτο στο διαδικτύου σε πολλές ιστοσελίδες.

Καλή σας ανάγνωση.





ΘΕΡΙΝΟ ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΟ
(επιλογή: ΕΦΗΒΕΙΑ)


Το παντελόνι του κρεμασμένο στο καρφί του τοίχου
Χαλαρό, κι ίσως ζεστό ακόμη απ’ το σώμα του,
Αδειασμένο απ’ το σώμα του.
          Σηκώθηκε ξυπόλητος,
το άγγιξε μυστικά με το χέρι του, νιώθοντας
πως άγγιζε άφοβα ένα ξένο σώμα ή πως
ένας ξένος τον άγγιζε. Έκλεισε τα μάτια του
ακούγοντας έξω το λαχάνιασμα της νύχτας.


ΟΙ ΓΕΙΤΟΝΙΕΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
(απόσπασμα)


[...]

Οι γειτονιές θυμούνται. Οι γειτονιές
δε θέλουν να ξεχάσουν. Τα χαράματα
οι ομοβροντίες στο Σκοπευτήριο. Τη νύχτα
τα φώτα του Χαϊδαρίου. Η συσκότιση.
Το φιλί ήταν πικρό και βιαστικό.
Ύστερα πέφτανε τα χέρια στο πλάι.
Μια πιστολιά στο δρόμο. Η νύχτα. Κι η τρεχάλα.
Η νύχτα. Κι η καρδιά που χτυπάει δυνατά
όπως χτυπάει μια γροθιά πάνου στο τραπέζι.
Ύστερα πάλι η σιγαλιά. Μονάχα
τα δεκανίκια του φεγγαριού στο πεζοδρόμιο
κι ένα χέρι που σφίγγει τη ράχη της καρέκλας
κι ένα χέρι που λαδώνει το παλιό περίστροφο
κι ένα χέρι που ράβει μιά σημαία
κι ένα χέρι που σφίγγει ένα άλλο χέρι
καθ τ’ άστρα που δείχνουν τα σφιγμένα τους δόντια
πάνω από τον κυρτό σταυρό που ανεμίζει στην Ακρόπολη,
κι ο άνεμος που αρχίζει τα μεσάνυχτα.

[...]


12 ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΒΑΦΗ
(επιλογή: Ο ΧΩΡΟΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ)


Το μαύρο, σκαλιστό γραφείο, τα δυό ασημένια κηροπήγια,
η κόκκινη πίπα του. Κάθετε, αόρατος σχεδόν, στην πολυθρόνα,
έχοντας πάντα το παράθυρο στη ράχη του. Πίσω από τα γυαλιά του,
πελώρια και περίσκεπτα, παρατηρεί τον συνομιλητή του,
στ’ άπλετο φως, αυτός κρυμμένος μες στις λέξεις του,
μέσα στην ιστορία, σε πρόσωπα δικά του, απόμακρα, άτρωτα,
παγιδεύοντας την προσοχή των άλλων στις λεπτές ανταύγειες
ενός σαπφείρου που φορεί στο δάχτυλο του, κι όλος έτοιμος
γεύεται τις εκφράσεις τους, την ώρα που οι ανόητοι έφηβοι
υγραίνουν με τη γλώσσα του θαυμαστικά τα χείλη τους. Κι εκείνος
πανούργος, αδηφάγος, σαρκικός, ο μέγας αναμάρτητος,
ανάμεσα στο ναί και στο όχι, στην επιθυμία και τη μετάνοια,
σαν ζυγαριά στο χέρι του θεού ταλαντεύεται ολόκληρος,
ενώ το φώς του παραθύρου πίσω απ’ το κεφάλι του
τοποθετεί ένα στέφανο συγγνώμης κι αγιοσύνης.
«Αν άφεση δεν είναι η ποίηση –ψιθύρισε μόνος του–
τότε, από πουθενά μην περιμένεις έλεος.»


Περί βιβλίου:
Τίτλος: Ανθολογία Γιάννη Ρίτσου
Συγγραφέας: Γιάννης Ρίτσος
Εκδόσεις: Κέδρος
Σελίδες: 476
ISBN: 960-04-1833-0

Σύνδεσμοι: (ανοίγουν σε νέο παράθυρο)
http://en.wikipedia.org/wiki/Yiannis_Ritsos

11/17/2007

11. (Γκέι) Διήγημα: Ο Κωσταντής και το Πολυτεχνείο

ΝΟΜΙΚΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ

Το παρακάτω διήγημα δεν έχει σκοπό να διακωμωδήσει ή να προσβάλει την μνήμη των ανθρώπων που αγωνίστηκαν, υπέφεραν, αλλά και πέθαναν στα γεγονότα του Πολυτεχνείου το εβδομήντα τρία. Είναι η δραματοποιημένη (αληθινή) ιστορία ενός ομοφυλόφιλου νεαρού που έζησε τα γεγονότα, και γράφτηκε με σκοπό να μην ξεχαστεί η ιστορία του.

Σε περίπτωση που το έργο σας θίγει και σας προσβάλει, έχετε το δικαίωμα να εγκαταλείψετε την παρούσα ιστοσελίδα και να μεταβείτε σε άλλη της αρεσκείας σας.

Ο συγγραφέας αποποιείται πάσα ευθύνη για τυχόν ηθικές βλάβες και επιτρέπει την ανάγνωση μόνο για ψυχαγωγικό-ενημερωτικό σκοπό. Σε περίπτωση που κάποιος επιθυμεί να κινηθεί κακόβουλα, με ένδικα ή μη μέσα, κατά του συγγραφέα, δεν του επιτρέπεται η ανάγνωση και αναδιανομή του υλικού με οποιονδήποτε τρόπο· ηλεκτρονικό ή συμβατικό.

Απαγορεύεται η ανάγνωση από ανήλικους κάτω των 18 ετών!



Για το παρακάτω έργο, είπαν:

«Πρόκειται για μια μοναδική μαρτυρία που υποδηλώνει ξεκάθαρα τον σημαντικότατο ρόλο των ομοφυλόφιλων ανδρών στην εξέγερση του Πολυτεχνείου το 1973 στην Ελλάδα. Ένα ντοκουμέντο που αξίζει να διασωθεί».

- The Gayville Times Gazette


«Ένα αριστούργημα, μια ιστορική νουβέλα από τον μεγάλο συγγραφέα των μεγάλων επιτυχιών, Ναυτίλου-του-Διαδικτύου, που για άλλη μια φορά μας συνεπαίρνει και μας συγκινεί με την μοναδικότητα της γραφής του».

- Queer As I Am Magazine


«Πρόκειται για ένα βδελυρό κείμενο που ξεφτιλίζει και αμαυρώνει την ηρωική αντίσταση της περήφανης Ελληνικής Νεολαίας. Ο συγγραφέας αποτελεί μίασμα για την κλεινή ελληνική ιστορία και παράδοση. Η δικαιοσύνη οφείλει να επέμβει τάχιστα και δυναμικά για την πάταξη τέτοιων φαινομένων».

- Φιλλίμων Ευπατρίδης,
Βουλευτής ΛΑ.Ο.Σ (Λαϊκός Ορθόδοξος Σκοταδισμός)




ΔΡΑΜΑΤΟΠΟΙΗΜΕΝΟ ΔΙΗΓΗΜΑ:

Ο ΚΩΣΤΑΝΤΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ!



Ο Κωσταντής ξύπνησε από της φωνές της κυρά Νίτσας, της γειτόνισσας, που τσίριζε κυριολεκτικά στην κουζίνα της μητέρας του, βρίζοντας και ρίχνοντας κατάρες, για αυτά που συνέβαιναν στην κοινωνία σήμερα.

«Μα επιτέλους κυρά Ευτέρπη μου! Δεν μπορεί να συνεχίζεται αυτό το πράγμα. Δεν είναι δυνατών εν έτη 1973 να γίνονται τέτοια πράγματα. Οι φοιτητές έχουν πραγματικά ξεσαλώσει! Είναι η τρίτη φορά που πιάνω τον Νώντα μου στο κρεβάτι με ένα τσουλάκι –συγχώρα με Θεέ μου!–, που σπουδάζει στην Νομική. Τι δουλειά έχεις τέτοια ώρα βρε παλιογύναιο με τον άνδρα μου στο κρεβάτί μας, την ρωτάω. Και τι μου απαντάει κυρά Ευτέρπη μου, εγώ θα σου πω! Έχουμε κατάληψη και δεν είχα που να πάω. Ακούς;! Ακούς κυρά Ευτέρπη μου; Θράσος που το έχουν οι νέοι σήμερα. Έχουν κατάληψη, λέει! Δεν είχε που να πάει και καπάρωσε τον Νώντα μου. Μωρέ καλά το λέει ο Παπαδόπουλος –να αγιάσει ο στόμας του!– ότι έχουμε πάρει τον κάτω δρόμο. Και να με θυμάσαι κυρά Ευτέρπη μου, για όλα φταίνε αυτοί οι κομμουνιστές –που κακό χρόνο να ’χουν!»

«Ηρέμησε βρε Νίτσα μου», της απαντάει ήρεμα η κυρά Ευτέρπη, «ηρέμησε και μη μου συγχύζεσαι. Δεν είναι όλοι οι νέοι κακοί και διεφθαρμένοι από τας κομμουνιστάς· υπάρχουν και λαμπρές εξαιρέσεις.»

Εκείνη την ώρα, ο Κωσταντής αγουροξυπνημένος, πέρασε από την κουζίνα φορώντας μοναχά το λευκό σλιπάκι του, μουρμούρισε μια καλημέρα, μπήκε στον καμπινέ κι έκλεισε την πόρτα. Δευτερόλεπτα μετά ακουγόταν ο ήχος απ’ το κάτουρο που έπεφτε μεσ’ την χέστρα.

«Σαν τον Κωσταντή μου καλή ώρα. Ξύπνησε το πουλάκι μου», συμπλήρωσε η κυρά Ευτέρπη.

«Εμ βέβαια κυρά Ευτέρπη μου», απάντησε με κεκαλυμμένη ζήλια η κυρά Νίτσα, που από καιρό της γυάλιζε το εικοσάχρονο πουλάρι της γειτόνισσας, «πράγματι είσαι πολύ τυχερή. Παλικάρια σαν τον γιο σου έχουν μείνει λίγα πια τη σήμερον ημέρα. Ο Θεός να το ’χει καλά το πουλί μου. Αλλά το μεγάλωσες κι εσύ σωστά κυρά Ευτέρπη μου –χριστιανικά! Του έδωσες τρόπους και ήθος, το πρόσεχες και δε το άφικες να μπλέξει με κακές παρέες. Ακόμη θυμούμαι πως πήρες στο κυνήγι τον φίλο του στο δημοτικό, τον γιο του παπουτσή του κομμουνιστή, και του κοπάνισες την πέτρα στο κεφάλι και του τ’ άνοιξες, όταν έμαθες τη κουμάσι ήταν ο πατέρας του. Θυμάσαι μωρή;» Κι έσκασαν στα γέλια κι οι δυο τους να γελάνε σα χαζές.

Ακούστηκε ο ήχος από το καζανάκι κι ο Κωσταντής βρέθηκε πάλι στην κουζίνα. Για άλλη μια φορά το μάτι της κυρά Νίτσας, έπεσε –τυχαία– στο μεγάλο φούσκωμα μπροστά στο σλιπ του παλικαριού, κι άστραψε το μάτι της.

«Σε ξυπνήσαμε παλικάρι μου;» ρώτησε δήθεν από ενδιαφέρον η κυρά Νίτσα.
«Μπα όχι, θα σηκωνόμουνα έτσι κι αλλιώς για να πάω στην σχολή να δω τι γίνεται», απάντησε αυτός αδιάφορα.
«Τι να γίνεται πουλί μου, κλειστό είναι ακόμα. Το φρουρούνε οι αστυνόμοι μη τυχών και μπούνε πάλι αυτοί οι κομμουνιστές και το βεβηλώσουνε πάλι –που κακό χρόνο να ’χουνε.»
«Θα πιεις καφέ αγόρι μου;» ρώτησε η μητέρα του.
«Μπά όχι μωρέ μάνα, θα πάω κάτω γιατί έχω ανησυχήσει. Κάτι λένε πως θα μας κόψουν ολωνών μας τις αναβολές, γιατί δημιουργούμε λέει επεισόδια. Κατάλαβες μανούλα μου. Ζημιά θα μας κάμουν αυτοί οι κομμουνιστές—»
«Που κακό χρόνο να ’χουν!» διέκοψε η κυρά Νίτσα.
«Πάω να ντυθώ», συνέχισε αυτός, αδιαφορώντας για το σχόλιο της γειτόνισσας, και μπήκε στο δωμάτιο του.

Φόρεσε παντελόνι και παπούτσια, έβαλε φανελάκι κι άσπρο πουκάμισο, φόρεσε από πάνω κι ένα γιλέκο· Νοέμβριος μήνας ήτανε, κι όσο να ’ναι έχει λίγο κρύο και θέλει προσοχή. Πήρε τα κλειδιά από το κομοδίνο, χαιρέτισε βιαστικά τη μητέρα και βγήκε βιαστικά-βιαστικά, προλαβαίνοντας να ακούσει μονάχα λίγες λέξεις από αυτά που του φώναξε η μητέρα του: «... σέχεις γιατί είναι επικίνδ...». Κατέβηκε τα σκαλιά χοροπηδώντας, και βγήκε έξω από την πολυκατοικία.

*  *  *

Σταμάτησε στο περίπτερο κι αγόρασε μερικά τσιγάρα χύμα, σπίρτα και μια εφημερίδα. Άναψε ένα τσιγάρο και έριξε μια βιαστική ματιά στην πρώτη σελίδα που έγραφε: «Η κυβερνησήν εδήλωσεν πως εχθές, μια μικρή ομάς αναρχικών, παραβίασεν τον κλοιό της αστυνομίας και εισέβαλε δια άλλη μιαν φοράν εις τον χώρον της Πολυτεχνικής σχολής, βεβηλώνοντας τον χώρον κι εμποδίζοντας έτσι την ομαλήν λειτουργίαν της σχολής.»
Δεν διάβασε άλλο. Έκανε έναν μορφασμό αηδίας, τσαλάκωσε την εφημερίδα και με έντονο βήμα άρχισε να περπατάει προς την Πατησίων. Σε μία ώρα έβλεπε από μακριά το κτήριο της Πολυτεχνικής σχολής. Είδε αρκετούς αστυνομικούς συγκεντρωμένους σε ομάδες, που κοιτούσαν με μάτι γυάλινο από μίσος, αλλά και άγχος, μην έχοντας σαφείς εντολές για το πώς να αντιμετωπίσουν την κατάσταση· δεν υπήρχαν ακόμη εντολές από τα ανώτερα κλιμάκια.

Αν εξαιρεθούν τα έντονα βλέμματα των οργάνων της τάξεως, ο Κωσταντής δεν συνάντησε ιδιαίτερη αντίσταση και με ευκολία βρέθηκε σε μια γωνιά από την πίσω μεριά, όπου σκαρφάλωσε τον τοίχο και μπήκε μέσα στον χώρο της σχολής. Εκεί τον υποδέχτηκαν με χαρά αρκετοί από τους συσπουδαστές του που ανέλαβαν να τον ενημερώσουν για τα μέχρι τώρα τεκταινόμενα, αφού πρώτα τους μοίρασε τα τσιγάρα του και σκίσανε με λύσσα την εφημερίδα που είχε μόλις πριν λίγο αγοράσει.

Η μέρα κυλούσε έντονα, με όλο και περισσότερα παιδιά να καταφθάνουν, ενώ περαστικοί, περπατούσαν στον δρόμο με έντονο βήμα κι εκτόξευαν πάνω από τα κάγκελα σακούλες με τρόφιμα, νερό, τσιγάρα κι άλλα είδη ανάγκης για τα παιδιά. Κατά το μεσημέρι ανακοινώθηκε στο προαύλιο πως ο Κώστας ο Κουρκουμπέτης μαζί με άλλα παιδιά από το τμήμα ηλεκτρολόγων, είχαν καταφέρει να κατασκευάσουν και να βάλουν σε λειτουργία ένα πομπό, και πως εξέπεμπαν στην Αθήνα. Σύντομα, το νέο είχε εξαπλωθεί, και αρκετοί πια στην πρωτεύουσα μάθαιναν τα τεκταινόμενα, συντονισμένοι στους χιλίους πενήντα χιλιόκυκλους. Ο Κωσταντής χαιρότανε μαζί με τα υπόλοιπα παιδιά, αλλά το μυαλό του ταξίδευε αλλού.

Ο παιδικός του φίλος, ναι, αυτός που η μάνα του, του είχε ανοίξει το κεφάλι με εκείνη την γαμημένη κοτρόνα, που του τη σβούριξε πα’ στο κεφάλι χωρίς κανέναν λόγο, μπροστά σε όλο το σχολείο· εκείνον που αργότερα θα βρει ξανά μπροστά του, συμμαθητή στο πρώτο έτος της σχολής, αυτόν που τώρα είναι το νούμερο ένα πρόσωπο στην ζωή του. Αυτόν, που τον περίμενε με αγωνία, αλλά δεν είχε δώσει σημάδια ζωής, και σύντομα θα βράδιαζε. Όσο κατέβαινε ο ήλιος, τόσο μαύριζε κι η ψυχή του Κωσταντή.

*  *  *

Βρέθηκαν τυχαία. Στην αρχή δεν τον είχε αναγνωρίσει. Του έκανε εντύπωση η οικειότητα που του έδειχνε αυτός ο συμμαθητής. Όταν μπήκε μέσα στην τάξη πρώτη φορά, κοίταξε προς το μέρος του, έσκασε ένα χαμόγελο κι έκατσε αμέσως δίπλα του.

Ήταν όμορφο παλικάρι. Ψηλό δεν θα τον έλεγες, μα είχε ωραίο σώμα· καμαρωτό. Τα μαλλιά του ήταν κατάμαυρα, κουρεμένα κοντά, σε αντίθεση με κάποιους άλλους που τα είχαν μακριά κι ατημέλητα, και κυκλοφορούσαν αξύριστοι. Ήταν Οκτώβρης μήνας κι είχε ζέστη, και το πουκάμισο του είχε ξεκούμπωτο το πάνω κουμπί, αποκαλύπτοντας ένα στέρνο γεμάτο πνοή· με μια καρδιά να χτυπά από κάτω, με δίψα για ζωή.

Του συστήθηκε· δεν συγκράτησε το όνομα. Του συστήθηκε κι αυτός, και ο άλλος ανταπάντησε πως ήξερε ποιος είναι. Ρώτησε πώς, και του αποκαλύφθηκε. Τότε χαμογέλασε, γέλασε, θυμήθηκε και ντράπηκε –σώπασε.
Μα ο άλλος του είπε πως δεν πειράζει. Πως ήταν παιδιά και πως δεν φταίει ούτε εκείνος για την συμπεριφορά της μητέρας του, ούτε κι αυτός που δεν την παράκουσε και τον έβγαλε από την παρέα του.

Η πρώτη χρονιά πέρασε, με μερικά απρόοπτα, μιας και οι καιροί ήταν περίεργοι, και δύσκολοι. Όμως ο έρωτας φούντωνε ανάμεσα στους δύο νέους, που όσο περνούσε ο καιρός, τόσο δένονταν μεταξύ τους. Ως που το καλοκαίρι που πέρασε, ενώθηκαν και μοιράσθηκαν τα κορμιά αναμεταξύ τους και έδεσαν για πάντα με όρκους της ζωές τους.

Ο ένας, αστός, γιος μιας κλασσικής οικογένειας Γκάγκαρων, που είχαν από καιρό ξεπέσει όμως και ζούσαν απλοϊκά, με μητέρα οικοκυρά και πατέρα δημόσιο υπάλληλο στην δημαρχία.
Ο άλλος, γιος μεταναστών από την Μακεδονία, από τον καιρό του εμφυλίου. Στιγματισμένος με την βούλα του παππού αγωνιστή στη ΕΑΜ. Το πώς κατάφερε να περάσει στη σχολή, παρέμενε μυστήριο.
Συχνά μάλωναν. Ο ένας είχε μάθει να είναι υποτακτικός, φιλήσυχος· ο άλλος να μάχεται, να αγωνίζεται, να παλεύει για ένα ιδανικό, για ένα μέλλον που το θεωρούσε καλύτερο. Μα ο έρωτας τους μόνιαζε πάντα στο τέλος κι όσο περνούσε ο καιρός, μάθαινε ο ένας τον άλλον.

*  *  *

Μπήκε το φθινόπωρο του εβδομήντα τρία. Δευτεροετείς κι οι δυό τους, με καλούς βαθμούς και όνειρα για το μέλλον. Ο Κωσταντής βαθιά επηρεασμένος από τους λόγους, τα πιστεύω και τα ιδανικά του αγαπημένου του, ασπάστηκε το πεπρωμένο της ηλικίας του. Αυτό του κάθε φυσιολογικού νέου, που αντιστέκεται, σε κάθε τι που του στερεί το οξυγόνο του· την ελευθερία.
Οι νέοι βρίσκονταν σε αναβρασμό· ακούγονταν και λέγονταν πολλά. Είχαν προηγηθεί και τα επεισόδια τον Φεβρουάριο, καθώς και τα επακόλουθα του νόμου 1374, που προέβλεπε την διακοπή αναβολών και την υποχρεωτική στράτευση των φοιτητών που ανέπτυσσαν συνδικαλιστική δράση.
Ο Κωσταντής κι ο αγαπημένος του είχαν έντονη συνδικαλιστική δράση, αλλά δεν είχαν ακόμη εντοπιστεί από το κράτος. Γνώριζαν όμως πως δεν θα αργούσε η σειρά τους. Ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο ο Κωσταντής περίμενε με αγωνία τον αγαπημένο του.

Είχε σχεδόν βραδιάσει, όταν επιτέλους φάνηκε ο καλός του. Έδειχνε κουρασμένος και λίγο ταλαιπωρημένος, αλλά μόλις είδε τον Κωσταντή, έλαμψε το πρόσωπο του ολόκληρο από χαρά. Αγκαλιαστήκανε και γελάσανε δυνατά. Λίγο αργότερα, σε μια σκοτεινή γωνιά, ανταλλάξανε μερικά φιλιά και χάδια, για να παρηγορηθούν και να πάρουν κουράγιο. Περάσανε την νύχτα σχεδόν άυπνοι. Ο χώρος του Πολυτεχνείου είχε γεμίσει με νέους και νέες, αλλά και άτομα μεγαλύτερης ηλικίας, απ’ όλα τα επαγγέλματα. Ήταν εκεί, διεκδικώντας το για χρόνια στερημένο δικαίωμα, αυτό της ελευθερίας.



Ξημέρωσε η δεκάτη έκτη Νοεμβρίου, ημέρα Παρασκευή. Η Αθήνα ολόκληρη καζάνι που έβραζε. Ο χώρος στη Σχολή ήταν ασφυκτικά γεμάτος με κόσμο. Πανό με συνθήματα κρέμονταν από τους τοίχους και τα κάγκελα. «Ψωμί, παιδία, ελευθερία», «20% για την παιδεία», «Ελευθερία» γράφανε τα περισσότερα. Στους δρόμους γύρο από το Πολυτεχνείο, δεκάδες χιλιάδες κόσμου περνούσε και υποστήριζε τους αγωνιστές με όποιο τρόπο μπορούσαν. Άλλοι με φαγητά, νερά, χρήματα, άλλοι φωνάζοντας δυνατά, άλλοι απλώς με το να βρίσκονται εκεί. Προς το μεσημέρι η κατάσταση είχε φύγει εκτός ελέγχου, κι είναι τότε που η δικτατορία ξύπνησε από τον λήθαργο και αποφάσισε την έκτακτη λήψη μέτρων.

Με εντολή επεμβαίνει πια ο στρατός. Τρία άρματα καταλαμβάνουν θέση απέναντι από την είσοδο της Σχολής, αφού πρώτα οι δυνάμεις της εξουσίας διαλύουν βίαια το πλήθος και συλλαμβάνουν αρκετούς πολίτες οι οποίοι θα υποφέρουν αργότερα στα κολαστήρια της ασφάλειας. Η Χούντα απευθύνει τελεσίγραφο στους καταληψίες φοιτητές για άμεση παράδοση, και απορρίπτει κάθε πρόταση για διαπραγματεύσεις. Οι νέοι μένουν ασάλευτοι, ταμπουρωμένοι μέσα στο Πολυτεχνείο, να συνεχίζουν να φωνάζουν δυναμικά πως θέλουν ελευθερία.

Ο Κωσταντής δεν αποτελεί εξαίρεση. Μαζί με φίλους, συναγωνιστές κι αγαπημένους, φωνάζουν· φωνάζουν όλη μέρα, ώσπου τους βρίσκει το βράδυ. Ο δρόμος πλέον είναι έρημος από κόσμο. Υπάρχει απαγόρευση κυκλοφορίας στην περιοχή και μόνο στρατός κι αστυνομία υπάρχει έξω.
Μέσα οι φοιτητές περιμένουν καρτερικά. Το νεαρών της ηλικίας δεν τους βάζει σε σκέψεις γι’ αυτό που θα ακολουθήσει. Ο σταθμός εκπέμπει κανονικά, απευθυνόμενος όμως και στους στρατιώτες που βρίσκονται απ’ έξω.

«Είμαστε άοπλοι, είμαστε άοπλοι. Στρατιώτες, είστε αδέλφια μας», φωνάζουν από τον σταθμό, μα η έκκληση θα πέσει σε βουλωμένα αυτιά. Τα περισσότερα παιδιά είναι κουρασμένα και είναι καθισμένα κάτω, μέσα κι έξω από το κτήριο, συζητώντας και ελπίζοντας για το αύριο. Αρκετοί όμως παραμένουν στα κάγκελα και φωνάζουν με όση δύναμη ψυχής του έχει απομείνει. Είναι αποκλεισμένοι και το γνωρίζουν.

Ο Κωσταντής είναι ξαπλωμένος κοντά στα σκαλιά με την πλάτη του να ακουμπάει στον τοίχο. Έχει τον αγαπημένο του ξαπλωμένο στην αγκαλιά του, με τα χέρια του τυλιγμένα γύρω από την μέση του. Μιλάνε και με τα άλλα παιδιά που βρίσκονται κοντά. Μια κοπέλα ξεσπάει σε κλάματα. Δεν την αποπαίρνουν· αντιθέτως όλοι την παρηγορούν και της δίνουν κουράγιο. Θέλει κουράγιο αυτή η νύχτα.

Είναι περασμένα μεσάνυχτα. Υπερβολική ησυχία από την έξω μεριά του προαυλίου. Ξέρουν πως είναι η σιωπή πριν την καταιγίδα. Την περιμένουν να έρθει καρτερικά και δεν μετανιώνουν. Ακούνε στο τρανζιστοράκι τον σταθμό και παίρνουν κουράγιο. Έχουν φωνή, σκέφτονται.

Λίγο πριν της τρεις υπάρχει κίνηση έξω από της πύλες. Φώτα προσελκύουν την προσοχή τους. Κάτι θα συμβεί, και θα συμβεί γρήγορα. Ο Κωσταντής μαζί με τον αγαπημένο του τραβάνε κατά την είσοδο, μαζί με πλήθος που με περιέργεια προσπαθεί να μάθει τι γίνεται. Καταφέρνουν με κόπο να σκαρφαλώσουν στα κάγκελα. Έξω υπάρχει αστυνομία και στρατός και δείχνουν ανυπόμονοι. Εκτοξεύουν βρισιές, απειλές και κατάρες στα παιδιά που ανταπαντούν με συνθήματα και κοροϊδίες. Μια τελευταία προειδοποίηση που πέφτει στο κενό. Η εντολή δόθηκε.



Το τανκ με ταχύτητα κατευθύνεται προς την μεγάλη σιδερένια πύλη. Μερικοί πηδάνε από τα κάγκελα και οπισθοχωρούν· άλλοι μένουν μην πιστεύοντας πως δεν θα τολμήσουν να κινηθούν τόσο δειλά. Σε δευτερόλεπτα ακούγεται ο ήχος από μέταλλο που προσκρούει σε μέταλλο. Φωνές, ήχοι μηχανής που λιώνει κορμιά ανθρώπων· κυρίως λειώνει όνειρα και συνειδήσεις καθώς σφάζει την αθωότητα.

Τα πάντα εξελίσσονται πολύ γρήγορα. Από την σπασμένη πύλη ορμάνε ορδές αγριεμένων ανδρών, τυφλωμένων από προπαγάνδα και μίσος. Με κλομπ, γροθιές, κλωτσιές και πιστόλια σπέρνουν τον όλεθρο. Αλαφιασμένοι οι νεολαίοι τρέχουν να σωθούν. Τρέχουν κόντρα στο ρεύμα, προσπαθούν να βγουν από την πύλη, μα εκεί καραδοκεί η τάξη και με αίμα τους σέρνουν στις κλούβες.
Στο προαύλιο επικρατεί πανδαιμόνιο. Τρέχουν μέσα στα κτήρια, τρέχουν προς τον αντίθετο τοίχο, αρχίζουν να πηδούν όσοι κι όπως μπορούνε. Μα κι εκεί τους περιμένουν οργανωμένοι και με μεθοδευμένη αγριότητα βάφουν τον δρόμο με αίμα και γεμίζουν κλούβες.

Ο Κωσταντής τρέχει, βλέπει τον αγαπημένο του να τρέχει πίσω του. Με ορμή πηδάει τον τοίχο. Αμέσως νιώθει χτυπήματα σε όλο του σώμα. Τον βρίζουν, τον χτυπούν. Παρακαλάει ο αγαπημένος του να μην πηδήξει τον τοίχο, να γλιτώσει από το μαρτύριο, την σύλληψη. Καταφέρνει να ξεφύγει από την άρπαγα ενός και αρχίζει να τρέχει. Ακούει φωνές. Από παντού ακούγονται φωνές, ήχος από κροτίδες που σκάνε, σφαίρες από όπλα! Τον κυνηγούνε· το ξέρει, το νιώθει! Όπως τρέχει ο κρύος αέρας που τον φυσάει στο πρόσωπο τον αφυπνίζει. Κάθε κύτταρο του σώματος του είναι σε υπερδιέγερση, μιας και ξέρει καλά πως τώρα τρέχει, αγωνίζεται για την ζωή του.

Μπαίνει σε ένα στενό, τα βήματα που τον ακολουθούν ακούγονται αδύναμα και λίγα. Θα τα καταφέρει, αρχίζει να το πιστεύει. Τρέχει και τρέχει και νιώθει χαρούμενος που ο αέρας του χαϊδεύει τα μαλλιά. Τρέχει, ώσπου νιώθει ένα ζεστό αίσθημα στο δεξί του χέρι. Δεν είναι πόνος· είναι ένα έντονο κάψιμο στο μπράτσο του. Εξακολουθεί να τρέχει.
Σε μερικά σημεία υπάρχουν αστυνόμοι που φωτίζουν με φακούς και του φωνάζουν να σταματήσει αμέσως. Τους αγνοεί και τρέχει. Τα πνευμόνια του πονάνε, όλο το στήθος τον τσιμπάει σε κάθε αναπνοή. Νιώθει σιγά-σιγά τα πόδια του να σταματάνε και να κόβει ταχύτητα. Νιώθει σα να ζαλίζεται λίγο, για είναι εντύπωση του; Τώρα πια δεν τρέχει· περπατάει με γρήγορο βηματισμό, τρεκλίζει και λίγο. Πιάνει το δεξί του μπράτσο με το αριστερό του χέρι και το νιώθει μουσκεμένο. Κοιτάζει την ανοιγμένη παλάμη μου είναι κατακόκκινη από αίμα. «Σφαίρα» σκέφτεται, «έφαγα σφαίρα!».

Δεν τρέχει πια, τώρα απλά περπατάει αργά· προκλητικά νωχελικά. Βορά κάθε οργάνου που θα τον εντοπίσει και θα μπορέσει να τον συλλάβει αμέσως. Το στέρνο του ανεβοκατεβαίνει με γρήγορες κινήσεις και η αναπνοή του σφυρίζει· νιώθει την καρδιά του στο στήθος να χτυπάει δυνατά και γρήγορα.

Κοιτάζει τριγύρω του προσπαθώντας να καταλάβει που βρίσκεται. Είναι σε κάποιο σκοτεινό στενό· δεν ξέρει που. Ακούγεται βόμβος και φασαρία, αλλά είναι σαν να είναι κάπου πολύ μακριά. Νιώθει παράξενα, μουδιασμένα. Ξέρει πως ο χάρος του χτύπησε φιλικά την πλάτη και προσπέρασε. Έχει παραλύσει. Νιώθει μεγάλη κούραση και το τραύμα στο μπράτσο αρχίζει να τον πονάει· σε κάθε εκπνοή όλο και περισσότερο. Κάνει μερικά βήματα και αφήνεται να πέσει στο κεφαλόσκαλο ενός σπιτιού και ακουμπάει στην πόρτα. Χτυπά την πόρτα με όση δύναμη του έχει απομείνει και φωνάζει βοήθεια· η φωνή βγαίνει ψιθυριστή, και το χτύπημα είναι αδύναμο. Είναι κουρασμένος. Νιώθει τα μάτια του κα κλείνουν· θέλει να κοιμηθεί. Να κοιμηθεί και να ξυπνήσει την άλλη μέρη διαπιστώνοντας πως όλα αυτά είναι ένα όνειρο. Χωρίς να το καταλάβει, βυθίζεται στο σκοτάδι.

Όταν ανοίγει τα μάτια του είναι μέρα. Νιώθει περίεργα και συγκεχυμένα. Που βρισκόταν αλήθεια. Τι είναι αυτό το παράθυρο απέναντι του απ’ όπου μπαίνει το φως; Είναι τόσο δυνατό. Πεταρίζει τα βλέφαρα του προσπαθώντας να εστιάσει κάπου και πάει να σηκώσει το χέρι του για να προστατεύσει τα μάτια του από το φως. Τον σταματάει μια έντονη σουβλιά στο μπράτσο· τόσο έντονη που τον αναγκάζει να βογκήξει δυνατά από πόνο.
Ξαφνικά του έρχονται όλα στο μυαλό. Σαν ταινία θυμάται τα γεγονότα τον τελευταίων ημερών. Θυμάται την Σχολή, τα παιδιά, εκείνον (!), τον εαυτό του να τρέχει. Να φτάνει κάπου· δεν θυμάται πού. Και μετά;

Ακούει βήματα. Ενστικτωδώς, στρέφει το κεφάλι προς την κατεύθυνση απ’ όπου ακούγονται, περιμένοντας το χειρότερο. Αμέσως διαπιστώνει πως βρίσκεται σε ένα δωμάτιο· δωμάτιο σπιτιού μάλλον, και πως στην πόρτα που ήταν ανοιχτή, τον κοιτάζει με συμπάθεια μια σχετικά μεγάλη σε ηλικία κυρία ντυμένη στα μαύρα.

«Μη φοβάσαι», του λέει με ήρεμη φωνή, «είσαι σε καλά χέρια. Σε ακούσαμε προχθές το βράδυ που χτυπούσες. Σου άνοιξε ο άνδρας μου και σ’ έβαλε μέσα. Ήσουν λιπόθυμος. Σου περιποιηθήκαμε το τραύμα και σε φέραμε εδώ να ξεκουραστείς. Μέχρι τώρα δε σε γύρεψε κανείς· μάλλον την έχεις γλιτώσει προς το παρόν».

Ο Κωσταντής προσπάθησε ν’ ανασηκωθεί μα αμέσως ένοιωσε πόνο σε όλο του το κορμί και αφέθηκε να πέσει πάλι πίσω. Η γυναίκα με γρήγορα βήματα τον πλησίασε και τον ακούμπησε στο στήθος, πιέζοντας τον ελαφρά να μείνει ξαπλωμένος.
«Μην κουράζεις τον εαυτό σου. Είσαι αδύναμος. Έχεις μώλωπες σχεδόν σ’ όλο σου το σώμα –πρέπει να σε χτυπήσανε πολύ άσχημα– κι έχασες πολύ αίμα μέχρι να σου βγάλω την σφαίρα από το μπράτσο. Είσαι τυχερός που δεν σου έκοψε την αρτηρία.» Για λίγο αφέθηκε στο απαλό χάδι της γυναίκας που τον κοίταζε με καλοσύνη. Τελικά, άνοιξε το στόμα του και ρωτείσαι που βρίσκεται, και τι συμβαίνει.

«Όπως σου είπα. Σε βρήκαμε στην πόρτα μας», του είπε η γυναίκα, «σε βάλαμε μέσα και σε περιποιηθήκαμε. Στον πόλεμο ήμουν νοσοκόμα και έτσι ξέρω από τραύματα και σφαίρες. Ο άνδρας μου δεν συμπαθεί την κυβέρνηση –έχει πολεμήσει στο βουνό παλιά. Καταλάβαμε αμέσως πως είσαι ένα από τα πολλά παλικάρια που ήσασταν στη Σχολή. Σε φέραμε εδώ πάνω και σ’ αφήσαμε να ξεκουραστείς και να αναρρώσεις. Μπορείς να ηρεμήσεις. Βρίσκεσαι σε ασφαλή χέρια.»

«Είπατε ότι έφτασα προχθές, τι εννοείτε μ’ αυτό; Πόσο καιρό είμαι εδώ πέρα;» ρώτησε με αγωνιά, σκεφτόμενος την τύχη του αγαπημένου του, μα και των υπολοίπων συναγωνιστών στο Πολυτεχνείο.

«Ήσουν κουρασμένος και εξαντλημένος. Σου έδωσα να πιείς βαλεριάνα για να κοιμηθείς όσο γίνεται περισσότερο και να αναρρώσεις καλύτερα –δεν έχω παράπονο, ξεκουράστηκες αρκετά καλά.»

Ο Κωσταντής ρώτησε κι άλλα και ενημερώθηκε για όλα. Για το πώς έλιξε η επιχείρηση στο πολυτεχνείο, αν πέτυχε η επανάσταση. Η γυναίκα, –κυρία Μαρία ήταν τ’ όνομα της– τον ενημέρωσε για όλα: για τις συλλήψεις, τους σκοτωμούς.

Τριάντα τέσσερις νεκροί και οχτακόσιες σαράντα συλλήψεις, ήταν η επίσημη ανακοίνωση της κυβέρνησης· αν και ο κόσμος μιλούσε για περισσότερους νεκρούς και συλληφθέντες, καθώς και για πολλούς τραυματίες. «Πράγμα σωστό, αν σκεφτούμε πως άτομα σαν κι εσένα δεν δηλώθηκαν σαν τραυματίες, και λογικά, δεν θα είσαι ο μόνος», συμπλήρωσε η κυρά Μαρία.

Ο Κωσταντής, αφού μίλησε αρκετή ώρα με την κυρά Μαρία, και γνώρισε και τον σύζυγο της· έναν άνδρα που παρά την ηλικία του εξέπεμπε εκείνη την παλιά παλικαριά των αγωνιστών του πολέμου, αφέθηκε στης περιποιήσεις και έμεινε μαζί τους για άλλες δυο μέρες. Όταν ένοιωσε αρκετά δυνατός, φόρεσε ένα καθαρό πουκάμισο του άνδρα της κυρά Μαρίας· το παλιό ήταν τρύπιο και λερωμένο με αίματα, και θα προκαλούσε υποψίες, και ξεκίνησε για το σπίτι του. Ευελπιστούσε να είναι η οικογένεια του καλά, και κυριότερο, να είναι ο αγαπημένος του καλά. Άραγε τα κατάφερε; Του ξέφυγε; Η πήδηξε κι αυτός τον τοίχο και βρέθηκε στα χέρια της αστυνομίας που με τόση λύσσα τον είχε χτυπήσει; Κι αν όχι, αν ήταν σε κάποιο κελί και τον βασάνιζαν; Η σκέψεις αυτές του φαρμάκωναν την ψυχή.

Μετά από ώρα έφτασε στο σπίτι και με φόβο ανέβηκε τα σκαλιά μέχρι τον όροφο που έμενε η οικογένεια του. Έβαλε τα κλειδιά στην πόρτα, σκεφτόμενος πως τελευταία φορά που είχε περάσει αυτήν την πόρτα ήταν πριν από έξι μέρες. Οι γονείς του θα έπρεπε να είχαν τρελαθεί από την αγωνία. Δεν πρόλαβε να γυρίσει το κλειδί και του άνοιξε με φόρα η μητέρα του, που μόλις τον είδε τον άρπαξε στην αγκαλιά της κλαίγοντας.

Δεν είχαν χρόνο ούτε ανάσα να πάρει. Τον είχαν δει, των είχαν προδώσει· τρεις φορές είχε περάσει η αστυνομία γυρεύοντας τον. Έπρεπε να φύγει το συντομότερο πριν τον πάρουν μάτι. Ο πατέρας του έλειπε στην Δημαρχεία και είχε ήδη προβλήματα στην δουλειά του εξαιτίας του γιου του. Θα έκανε καιρό να τον ξαναδεί.
Η μητέρα του, του έβαζε σε μια πάνινη τσάντα μερικά ρούχα κι εσώρουχα. Την γέμισε όσο μπόρεσε και με φαγητά· του έδωσε και όσα χρήματα είχε επάνω της.
Τον φίλησε και τον αγκάλιασε μη μπορώντας να σταματήσει να κλαίει. Τον ρωτούσε γιατί, πως έμπλεξε έτσι. Υπό άλλες συνθήκες, θα τον μάλωνε, θα έστηνε κανονικό καυγά· γνώριζε όμως πως αν ήθελε το καλό του παιδιού της, θα έπρεπε να φύγει –και γρήγορα μάλιστα.

«Θα σου γράψω... αν όλα πάνε καλά... Σ’ αγαπώ, πες και στο μπαμπά πως τον αγαπώ πολύ.» της είπε, και διστακτικά πέρασε το κατώφλι της πόρτας. Στάθηκε ακίνητος για ένα λεπτό κοιτάζοντας την μητέρα του στα μάτια. Μετά, θυμήθηκε τον αγαπημένο του. Έπρεπε να πάει να τον βρει, να δει αν ήταν καλά· να φύγουν μαζί αν γίνεται, να γλιτώσουν. Αυτή η σκέψη του έβαλε φτερά στα πόδια. Κατέβηκε τρέχοντας τα σκαλιά, κοντοστάθηκε στην πόρτα να δει αν υπήρχε κάποια ύποπτη κίνηση στον δρόμο· όλα έδειχναν ήρεμα και ξεχύθηκε έξω.

Μάταια πέρασε από την γειτονιά όπου έμενε ο αγαπημένος του. Κάνα δυο που ρώτησε είπαν πως δεν ξέρουν και πως είχε μέρες να φανεί. Ο νους του Κωσταντή πήγαινε στο χειρότερο. Γρήγορα κατάλαβε όμως πως κινδύνευε πραγματικά, και πως έπρεπε να φύγει.

Δυο μήνες αργότερα η μητέρα του έλαβε γράμμα από την Γαλλία, ήταν από τον γιο της που με χίλια δυο βάσανα κατάφερε και βρήκε άσυλο εκεί, μαζί με άλλους έλληνες.

Μετά την οριστική πτώση της δικτατορίας, στις είκοσι τέσσερις Ιουλίου του χίλια εννιακόσια εβδομήντα τέσσερα, ο Κωσταντής κατάφερε να γυρίσει στην Ελλάδα. Ήταν περίεργα χρόνια, μα αυτός είχε αλλάξει για πάντα. Έμαθε εντωμεταξύ πως ο αγαπημένος του σύρθηκε αιμόφυρτος στα κρατητήρια, όπου λίγες μέρες αργότερα «αυτοκτόνησε»· όπως δηλώθηκε.



Περάσανε τα χρόνια και ο Κωσταντής μεγάλωσε, κι εξελίχθηκε μαζί με την Ελλάδα, για να φτάσει στο σήμερα.
Σε κάθε επέτειο του πολυτεχνείου, πάει και καταθέτει ένα κόκκινο λουλούδι, για όλους τους νέους που πάλεψαν κι αντιστάθηκαν, διακινδυνεύοντας την ζωή τους. Συνάμα, αφήνει κι ένα κόκκινο τριαντάφυλλο, μια πιο προσωπική κατάθεση, για ένα παλικάρι, γιο παπουτσή, που δεν πρόλαβε να γευθεί την ελεύθερη Ελλάδα.

Και γεμίζει με θλίψη, κι οργή, όταν βλέπει μερικούς, να καπηλεύονται την επέτειο. Να χρησιμοποιούν τα γεγονότα αυτά, για να δικαιολογήσουν φασιστικές αντιλήψεις, περί πατρίδος, και πατριωτισμού, και καλών Ελλήνων χριστιανών.

Μα το κυριότερο, φοβάται. Φοβάται πως σιγά-σιγά ο κόσμος ξεχνάει, και πως μια καινούργια δικτατορία καραδοκεί, και πάντα περιμένει τις κατάλληλες συνθήκες για να ξαναεμφανιστεί.

Γι’ αυτό φωνάζει συνεχώς: αγρυπνείτε!


Τ Ε Λ Ο Σ



Αφιερωμένο, σε όσους πάλεψαν κι έχυσαν το αίμα τους πιστεύοντας σε έναν καλύτερο κόσμο!

© Ναυτίλος του Διαδικτύου (Περικλής Π.)