6/09/2008

38. Διήγημα: Ειδήσεις Από Το Μέλλον (1)


Ειδήσεις Από Το Μέλλον (1)
Οριστική Παύση των Πυλών Τηλεμεταφοράς από τον Π.Ο.Υ.



Καταληκτική ήταν η απόφαση του Π.Ο.Υ. (Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας) και του συμβουλίου των Η.Ε. (Ηνωμένων Εθνών), όσον αφορά το επιχειρησιακό μέλλον των πρόσφατα εγκαινιασμένων σε παγκόσμια εμβέλεια, Πυλών Τηλεμεταφοράς (ή γνωστότερα ως Τι-Τζί, από το αγγλικό ακρώνυμό τους, T.G: Teleportation Gates). Το όλο πρόγραμμα ακυρώνεται και διατάχθηκε η άμεση παύση της λειτουργίας των είκοσί δύο πυλών που λειτουργούσαν εδώ κι έξι μήνες σε διάφορες χώρες του κόσμου. Η Σύμπραξη των τριών κύριων εταιριών που συντέλεσαν στην ανάπτυξη και κατασκευή του όλου έργου αντέδρασαν έντονα, χαρακτηρίζοντας την απόφαση άδικη και καταχρηστική την επιβολή του τερματισμού λειτουργίας του όλου έργου.

Σε δηλώσεις του Βill Gates IV (εγγονό του Bill Gates III και ιδρυτή της εταιρίας), Προέδρου του Συμβουλίου της Microsoft, μία εκ των τριών κολοσσών που συνέπραξαν για την κατασκευή και δημιούργησε το λογισμικό για την διαχείριση των Τι-Τζι, δηλώθηκαν τα εξής: «Είναι τραγικό, έξι μήνες μετά την πανηγυρική έναρξη λειτουργίας ενός εκ των πιο φιλόδοξων εγχειρημάτων την ανθρωπότητας μετά την χαλιναγώγηση του ατόμου, οπισθοδρομικές αντιλήψεις να λειτουργούν ως τροχοπέδη στην περαιτέρω ανάπτυξη της τεχνολογίας, που πραγματικά αποτέλεσε επανάσταση στην ιστορία της ανθρωπότητας. Δεκατρία μόλις χρόνια πριν το κατώφλι του εικοστού δεύτερου αιώνα, η δαιμονοποίηση της επιστήμης και η κακόβουλη προβολή και διαστρέβλωση ασήμαντων γεγονότων από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, οδήγησαν στον τερματισμό του προγράμματος των Πυλών Τηλεμεταφοράς, γνωστότερο ως πρόγραμμα Τι-Τζί. Η εταιρία μας, μαζί με τις υπόλοιπες δύο της Σύμπραξης, σκοπεύει να προβεί στις όποιες νόμιμες ενέργειες ώστε η άδικη αυτή απόφαση να ακυρωθεί. Ειδάλλως, θα ζητήσουμε αποζημίωση από τα κράτη και τους οργανισμούς, που ενώ αρχικά υποστήριξαν το όλο μας εγχείρημα, τώρα το πολεμούν. Αφού πρώτα βέβαια, οι Σύμπραξή μας δαπάνησε αστρονομικά ποσά για την μελέτη και την κατασκευή το όλου έργου».

Σύμφωνους με τις δηλώσεις του, βρίσκει ο Bill Gates IV και τους απανταχού μετόχους που επένδυσαν στις μετοχές της Σύμπραξης, οι οποίοι δηλώνουν πως η απόφαση αυτή κυριολεκτικά καταπόντισε όχι μόνο τις μετοχές της Σύμπραξης, αλλά επηρέασαν γενικότερα τα χρηματιστήρια σε παγκόσμιο επίπεδο, και κυρίως τις εταιρίες τεχνολογίας κι επιστήμης. Τα διαφυγόντα κέρδη υπολογίζονται σε αστρονομικά ποσά, λένε ειδικοί μελετητές και οικονομολόγοι.

Αξιοσημείωτη όμως, είναι και μία δήλωση του Προέδρου της Ευρωπαϊκής εταιρίας Zeon Technologies, δεύτερου μετόχου της Σύμπραξης, που με έμμεσο τρόπο φαίνεται να κατηγορεί την Microsoft για την όλη ζημιά, αναφέροντας πως για την αποτυχία του όλου εγχειρήματος ευθύνεται αποκλείστηκα το λογισμικό, κι όχι οι υποδομές του έργου, που κατασκευάστηκαν εξ ολοκλήρου από την Zeon Technologies.

Μεταξύ άλλων, ο Πρόεδρος της εταιρίας, Peter Köning, δήλωσε: «Λυπητερό το γεγονός της απόφασης του Π.Ο.Υ. και των Η.Ε., για τον τερματισμό του προγράμματος της Σύμπραξης και της λειτουργίας των πρώτων Τι-Τζί. Το έργο αυτό που έφερε επανάσταση στις μεταφορές μη οργανικών υλικών, επιτρέποντας την άμεση τηλεμεταφορά μεγάλων ποσοτήτων υλών από την μία μεριά της γης στην άλλη σε μηδενικό χρόνο, έλιξε άδοξα λόγο λάθος χειρισμών στην σχεδίαση και ανάπτυξη ενός έργου που κόστισε τρισεκατομμύρια Ευρώ. Η Σύμπραξη βέβαια, θα κινηθεί προς όλες τις νόμιμες κατευθύνσεις, ώστε να βρεθεί μία συμβιβαστική λύση με τον Π.Ο.Υ. και σύντομα οι Πύλες να ενεργοποιηθούν ξανά. Ήδη στελέχη της εταιρίας μας βρίσκονται σε άμεσες διαβουλεύσεις με την Microsoft, για να βρεθεί και να βελτιωθεί ο κώδικας του προγράμματος διαχείρισης των Πυλών, ώστε στο μέλλον να αποφευχθούνε παρόμοιες τραγωδίες όπως αυτή που συνέβη στην Σαγκάη πριν από περίπου έναν μήνα [...]».

Τί δήλωσε όμως για το όλο θέμα κι ο τρίτος εταίρος της Σύμπραξης, ο Ε.Σ. (Ευρωατλαντικός Στρατός), μέσω του εκπροσώπου τύπου του, σχετικά με τον τερματισμό, αλλά και τις δηλώσεις των Προέδρων των δύο εταιριών; Σε μία σύντομη δήλωση στα μέσα ανέφερε τα εξής: «Όπως θα γνωρίζεται, μετά τις επαναστατικές ανακαλύψεις σχετικά με τον χωροχρόνο και τους τρόπους με τον οποίον μπορεί να δαμαστεί από την ανθρώπινη τεχνολογία, του Δρ. Ian Mc Neal και του επιτελείου του στις αρχές του 2060 μ.Χ., δύο εταιρίες, η πρόσφατα επαναϊδρυθείσα Microsoft Corporation και Zeon Technologies, συνέπραξαν με τον Ε.Σ. για την υλοποίηση του σχεδίου Τι-Τζί που όπως αναμενόταν, μέσα σε έξι μόνο μήνες, έφερε επανάσταση στον τρόπο που ο άνθρωπος διαχειρίζεται και μεταφέρει τις πρώτες ύλες ανά την υφήλιο.

»Δυστιχώς όμως, όπως σωστά ανέφερε κι ο κος Peter Köning της Zeon Technologies, προβλήματα, προφανώς στο λογισμικό, επέτρεψαν και την τηλεμεταφορά οργανικών στοιχείων, που συντέλεσαν στην καταστροφή της πόλης της Σαγκάης στην Κινεζική Ομοσπονδία, προκαλώντας τον θάνατο εκατομμυρίων ανθρώπων και επιφέροντας χάος στις παγκόσμιες χρηματιστηριακές αγορές. Παρ’ όλα αυτά, ο Ε.Σ., σεβόμενος τις αποφάσεις του Π.Ο.Υ. και των Η.Ε., συμφωνεί στον προσωρινό τερματισμό του όλου εγχειρήματος, και αφού πράξει μαζί με τις δύο εταιρίες της Σύμπραξης τα δέοντα, θα φέρει το θέμα για επανεξέταση στους δύο παγκόσμιους οργανισμούς. Ευελπιστούμε πως σύντομα αυτό το, πραγματικά τραγικό, περιστατικό που συνέβη στην Κινεζική Ομοσπονδία, θα είναι το πρώτο και τελευταίο που συνέβη εξαιτίας των Τι-Τζί.» Παρ’ ό,τι τέθηκαν πολλές ερωτήσεις από τους δημοσιογράφους, ο εκπρόσωπος αρνήθηκε να κάνει οποιαδήποτε άλλη δήλωση.

Ο Πρόεδρος του Π.Ο.Υ. δήλωσε βγαίνοντας από το κτήριο των Ηνωμένων Εθνών μετά της λήψη της απόφασης: «Η απόφαση μπορεί να είναι σκληρή για την Σύμπραξη, αλλά ακόμη πιο σκληρή ήταν η μοίρα που επιφυλάχθηκε για ογδόντα εκατομμύρια συνανθρώπους μας στην Κινεζική Ομοσπονδία. Όπως θα γνωρίζεται βέβαια, η Σύμπραξη δήλωσε ξεκάθαρα στην εκκίνηση των λειτουργιών της, πως οι Πύλες μπορούσαν μόνο, και θα μετέφεραν μόνο μη ζωικά υλικά. Κι αυτό γιατί, όπως δηλώνουν οι επιστήμονες, η παρούσα τεχνολογική ισχύς των υπολογιστών δεν επιτρέπει τον συντονισμό τηλεμεταφοράς ζωντανών οργανισμών μέσα από τις Πύλες. Διαβεβαίωσαν τον Π.Ο.Υ. πως η μεταφορά ζωικού οργανισμού ήταν αδύνατη, όχι μόνο λόγο της φύσης των Πυλών, αλλά και λόγω του λογισμικού λειτουργίας των, που αυτομάτως ακύρωνε την όποια μεταφορά, έστω και κατά λάθος, ζωικού οργανισμού.

»Να όμως που οι όποιες δηλώσεις των διεψεύσθησαν με τρόπο λυπητερό και καταστροφικό. Οι Πύλη υπ’ αριθμόν δώδεκα, που βρίσκεται στο Κονγκό της Αφρικής, τηλεμετέφερε στις 14/6/2087 ένα μεγάλο φορτίου σιδήρου στην Πύλη έξι, που βρίσκετε στα πέριξ της πόλης της Σαγκάης της Κίνας, μιάς πόλης που αριθμούσε σαράντα επτά εκατομμύρια ανθρώπους. Για κάποιον φριχτό, άγνωστο λόγο, για τον οποίον δεν έχουμε λάβει καμία ικανοποιητική απάντηση από την Σύμπραξη, τηλεμεταφέρθηκε ανάμεσα στο φορτίο κι ένα στέλεχος του άκρως θανατηφόρου ιού Έμπολα. Όπως είναι γνωστό, το φορτίο μεταφέρθηκε στην Βιομηχανική Περιοχή της πόλης, όπου και διανεμήθηκε ανάμεσα σε πολλά εργοστάσια και βιοτεχνίες.

»Το αποτέλεσμα το γνωρίζουμε πλέον όλοι: Ο θάνατος ογδόντα εκατομμυρίων περίπου ανθρώπων μέσα σε μία εβδομάδα. Η Κινεζική Ομοσπονδία έχει τεθεί σε παγκόσμια καραντίνα για τους επόμενους έξι μήνες, με τρομαχτικές επιπτώσεις στην οικονομία αλλά και τις συνθήκες διαβίωσης δύο δισεκατομμυρίων ανθρώπων. Επίσης, την καταστροφή για χιλιάδες χρόνια της περιοχής της Σαγκάης, μετά τον βομβαρδισμό με πυρηνικές βόμβες Ναπάλμ, προκειμένου να εξαερωθεί κάθε ζώντας οργανισμός, μολυσμένος ή μη, σε ακτίνα εκατόν είκοσι χιλιομέτρων.

»Κατόπιν όλων αυτών, η μόνη λογική πράξη που απέμενε στον Π.Ο.Υ. με την συνδρομή και των Η.Ε. ήταν να διαταχθεί η άμεση παύση του προγράμματος των Τι-Τζί σε παγκόσμιο επίπεδο. Αυτονόητο είναι πως και η προγραμματισμένη κατασκευή Πύλης που θα ενώνει την Γη με την βάση στην Σελήνη, έχει ακυρωθεί κι απαγορευθεί αυστηρώς. Το τελευταίο πράγμα που χρειαζόμαστε, είναι να μολυνθεί η Σελήνη κατά λάθος από κάποιον τόσο επικίνδυνο ιό σαν τον Έμπολα, και μάλιστα τώρα που βρίσκεται σε φάση πειραματικής γεωποίησης».

Σε ερώτηση δημοσιογράφου σχετικά με την απόφαση για ενίσχυση της Κινεζικής Ομοσπονδίας με οικονομική και υλική βοήθεια από τα Η.Ε, και την πιθανή επιβολή βαρύτατου προστίμου στην Σύμπραξη, ο Πρόεδρος δήλωσε: «Τα χρήματα και τα υλικά αγαθά που θα δοθούν στην Κινεζική Ομοσπονδία προκειμένου να μην καταρρεύσει η οικονομία της, συμπαρασύροντας μαζί της και την παγκόσμια οικονομία γενικότερα, έχουν ήδη βρεθεί και δεσμευτεί. Τώρα, αν σκοπεύουν τα Η.Ε. ή χώρες μεμονωμένα, να κινηθούν νομικά κατά της Σύμπραξης για διεκδίκηση αποζημιώσεων, είναι κάτι που δεν γνωρίζω και δεν είμαι αρμόδιος να απαντήσω».

Κατόπιν όλων αυτών, αβέβαιο κρίνεται το μέλλον της Σύμπραξης και του φιλόδοξου σχεδίου της για την δημιουργία ενός διευρυμένου συστήματος Πυλών που να απλώνεται σε όλο το ηλιακό σύστημα, επιτρέποντας έτσι την ταχύτατη διακίνηση υλικών αγαθών, όχι μόνο ανά την υφήλιο, αλλά και διαπλανητικά. Τα κέρδη της Σύμπραξης προβλέπονταν τεράστια, μιάς και θα συγκέντρωνε στα χέρια της σχεδόν ολόκληρο το παγκόσμιο εμπόριο πρωτογενών υλικών, καταργώντας έτσι κάθε παραδοσιακό μέσο μεταφοράς των. Επίσης, άγνωστο παραμένει το εάν η αρνητική τροπή των γεγονότων αυτών, θα αποτελέσει τροχοπέδη στην έρευνα για επίτευξη τηλεμεταφοράς και έμβιας ύλης. Θυμίζουμε ότι προ δύο μηνών, εργαστήρια είχαν δηλώσει πως είχαν καταφέρει να τηλεμεταφέρουν, υπό ελεγχόμενες εργαστηριακές συνθήκες, απλές μορφές ζωής όπως πλανκτόν και φύκια.

Ένα είναι βέβαιο. Πως η Σύμπραξη, και το γενικότερο φιλόδοξο σχέδιο της ανθρωπότητας σχετικά με το θέμα της τηλεμεταφοράς, πάει πάλι πίσω στο στάδιο της επιστημονικής φαντασίας του προηγούμενου αιώνος, όπου διάσημοι τότε συγγραφείς, οραματίζονταν μία ανθρωπότητα που θα κινούνταν μέσα από χωροχρονικές πύλες σε τεράστιες αποστάσεις σε μηδενικό χρόνο. Ειρωνεία ίσως αποτελεί το γεγονός, πως ακόμη κι εκείνο τον καιρό, διάφορα βιβλία και ταινίες (μίας εκ των οποίον η γνωστότερη τιτλοφορείται: «Η Μύγα») ασχολήθηκαν με τις πιθανές επιπτώσεις, όσον αφορά την έλλειψη ασφάλειας στις τηλεμεταφορές, και τα πιθανά, τραγικά αποτελέσματά της. Σίγουρα όμως, ουδείς θα πίστευε ποτέ, πως μία καταστροφή σαν κι αυτή που βιώσαμε προσφάτως, θα λάμβανε ποτέ χώρα.–


—ΤΕΛΟΣ—


Όποιος θέλει, μπορεί να αφήσει το σχόλιό του· με σεβασμό στον εαυτό του και στον συνάνθρωπό του. Σας ευχαριστώ που διαβάσατε το κείμενό μου.

Τάδε έφη,
© Ναυτίλος Του Διαδικτύου (Περικλής Π.)

6/06/2008

37. Εις εαυτόν (α’)


Εις εαυτόν (α’)


Πατάω πια γερά στα τριάντα. Δεν το συνειδητοποιώ συχνά· μόνο όταν το βλέπω σαν νούμερο το καταλαβαίνω. Συνειδητοποιώ, κυρίως συγκρινόμενος με τους άλλους και τις νόρμες της κοινωνίας, πως βρίσκομαι σε μία ηλικία που θεωρείται από πολλούς ως ένα μικρό ορόσημο, όπου για πρώτη φορά πρέπει να λογοδοτήσω για τις μέχρι τώρα πράξεις και έργα της ζωής μου· όχι τόσο στους συνανθρώπους μου και την κοινωνία, όσο στον ίδιο μου τον εαυτό.



Στην χώρα, και το ημισφαίριο γενικότερα, όπου γεννήθηκα, μου είχε δοθεί μιά μεγάλη περίοδο χάριτος —όπως στα περισσότερα παιδιά. Τα παιδικά μου χρόνια βαφτίσθηκαν –αυθαίρετα;– ως ανέμελα, λόγο φύσει ανωριμότητας· η εφηβεία ως περίοδος αυτό-ανακάλυψης και αυτοπροσδιορισμού, στην οποία δημιούργησα τα περισσότερα γνωρίσματα του ενήλικου χαρακτήρα μου, ενώ στην μεταεφηβική ηλικία, πέρασα αυτό που λένε: περίοδο προσαρμογής, όπου προσαρμόστηκα στην ιδέα πως το παιδί εντός μου πέθανε, για να γεννηθεί το τωρινό μου εγώ, και πως ο κόσμος με αντιμετωπίζει πλέον πολύ πιο αυστηρά.

Στην κάθε φάση (που υποδιαιρείται και σε μικρότερες περιόδους, με ειδικά χαρακτηριστικά και γνωρίσματα η κάθε μία) μου επιτράπηκαν κάποια λάθη και κινήσεις, που αργότερα δεν αντιμετωπίζονται με την ίδια επιείκεια. Ο λόγος είναι πως, ο κόσμος, κι εγώ ο ίδιος, περιμένει πως μέσα από τα όποια λάθη μου, μαθαίνω κι εξελίσσομαι. Έτσι, όταν διέπραξα κάποια λάθη, και κυρίως, τα διέπραξα σε «αναμενόμενες» περιόδους της ζωής μου, περάσανε σχεδόν απαρατήρητα.

Στην ηλικία των τριάντα όμως, η κοινωνία, αλλά κι εγώ ο ίδιος –εγώ, η σκέψης μου, η νόησής μου, η ψυχή μου, αυτό που νομίζω κι αντιμετωπίζω ως συνειδητότητα–, νιώθει πως θα έπρεπε να είχα φτάσει σε ένα σημείο, όπου τα λάθη να είναι λίγα και τα έργα μου πολλά, και, κατά προτίμηση, τα περισσότερα εξ αυτών καλά. Επίσης, θα ήθελα να πιστεύω πως οι περισσότερες «παιδίστικές» μου απορίες θα είχαν λυθεί· θα γνώριζα περισσότερα, τόσο για τον κόσμο, όσο και για τον εαυτό μου... Τότε, γιατί νιώθω τόσο λάθος· τόσο ξεστρατισμένος από το μονοπάτι της σιγουριάς και της βεβαιότητας, τόσο γεμάτος απορίες κι ερωτήματα, όχι μόνο για τον κόσμο που με περιβάλει, αλλά, το κυριότερο, για τον ίδιο μου τον εαυτό; Ποιος είμαι;

Τα κλασσικά γνωρίσματα είναι πως, σε αυτή την ηλικία, θα έπρεπε τουλάχιστον να έχω μία σταθερή εργασία, να έχω κάποια σχέση, ή έστω να έχω ζήσει κάποιους έρωτες. Να γνωρίζω τί μου αρέσει και τί όχι· ποιες επιδεξιότητες διαθέτω και ποιες όχι· πού είμαι καλός και που όχι· τί μου αρέσει στην ζωή και τί όχι· τί μου αρέσει επάνω μου και τί όχι. Να ξέρω τα γνωρίσματα του χαρακτήρα μου: ποιες οι αρετές και τα μειονεκτήματά μου. Αλλά και πιο γήινα πράγματα όπως: ποια μουσική μου αρέσει και ποια όχι· ποιες οι αγαπημένες μου ταινίες· ποια τα αγαπημένα μου φαγητά· τί ζητάω από έναν σύντροφο για να νιώσω πως με καλύπτει, και τι προσφέρω εγώ· τί ζητάω από τον εαυτό μου και τι όχι; Κι όμως, αυτή η σταθερότητα είναι απούσα —δεν υφίσταται στην ζωή μου! Είμαι άραγε λοιπόν, ακόμη ανολοκλήρωτος;

Ίσως όμως, λέω, ίσως, αυτό να είναι και καλό όμως: το να συνειδητοποιώ πως είμαι ανολοκλήρωτος· πως έχω ελλείψεις και κενά, και μάλιστα πολύ μεγάλα. Ίσως να έχω καταλάβει αυτό που δεν αντιλαμβάνονται οι περισσότεροι άνθρωποι στην γη...

Οι περισσότεροι «σοφοί», φιλόσοφοι ανά τους αιώνες, αλλά και οι «μοντέρνοι» ψυχολόγοι του καιρού μας, συμφωνούν πως οι περισσότεροι άνθρωποι δεν ωριμάζουν ποτέ· αρνούνται να ωριμάσουν γιατί αυτό θα τους βγάλει από την ψευδαίσθηση της ευδαιμονίας της ψευτο-ολοκλήρωσής τους. Λένε, πως το μεγαλύτερο μέρος των ανθρώπων παραμένει στάσιμο στην ψυχολογική-συναισθηματική ηλικία των δεκατριών με δεκαπέντε ετών. Εκεί, μετά το πρώτο καψούρεμα και την πρώτη απογοήτευση, νομίζουν πως τα έχουν ζήσει όλα, και πως πλέον τίποτα καινούργιο δεν υπάρχει για να μάθουν, να διδαχθούν, να ανακαλύψουν. Ίσως για αυτό μένουν προσκολλημένοι σε παιδικές κι ανώριμες αντιλήψεις, κι αντιδρούν ανάλογα. Για αυτό υπάρχει ζήλια, φθόνος, απουσία αληθινής αγάπης, ιδιοτέλεια, τυφλή υπακοή σε δόγματα, έλλειψη κατανόησης του άλλου και συνεχής ανάγκη για επιβράβευση. Όλα αυτά γιατί, η ωρίμανση του σώματος και της ψυχής, είναι στην αντίληψη του ανθρώπου συνυφασμένες έννοιες, λανθασμένα ταυτόσημες· ενώ είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα!

Αφ’ ενός η ωρίμανση σου σώματος έχει προσδιοριστεί χάρη στις ανακαλύψεις της σύγχρονης επιστήμης. Το σώμα του ανθρώπου, λέει, ωριμάζει περίπου στην ηλικία των δεκαοχτώ με είκοσι ετών· με μερικές αποκλίσεις ανάλογα με το φύλο και τις ιδιαιτερότητες του κάθε οργανισμού χωριστά. Είναι όταν το σώμα παύει να χτίζει και να μεγαλώνει, τα όργανα έχουν πάρει τις τελικές τους διαστάσεις, η ομοιόσταση είναι δεδομένη, κι όλα λειτουργούν λίαν καλώς. Είναι τότε που, οι θρησκείες κι οι όποιες νόρμες των απανταχού κοινωνιών, λένε κατά το δοκούν πως είναι καιρός αυτός ο οργανισμός να αναπαραχθεί και να ολοκληρώσει έτσι τον σκοπό του που είναι η αναπαραγωγή του —και μόνο αυτό(!)

Αφ’ εταίρου, η ωρίμανση της ψυχής και του συναισθηματικού τομέα, επέρχεται, μπορούμε (αυθαίρετα) να πούμε, όταν το άτομο νιώθει και βιώνει την ολοκλήρωση του χαρακτήρα του. Οι φιλοσοφίες και τα δόγματα που έχουν αναπτυχθεί γύρω από το θέμα της ψυχής και της ολοκλήρωσης, είναι πάμπολλες και δεν δύναται να απαριθμηθούν σε έναν τόσο μικρό κείμενο. Το θέμα, ίσως, είναι ένα: πότε ολοκληρώνεται μία ψυχή, μία προσωπικότητα και ίσως παραπέρα: ολοκληρώνεται ποτέ μία ψυχή; Φτάνει μία ζωή για να επέλθει η φώτιση, η ολοκλήρωση, ή πρέπει να ασπαστούμε τις ανατολικές φιλοσοφίες που μιλάνε για μετενσάρκωση έως ότου ολοκληρωθεί, γιατί μία ζωή δεν φτάνει;

Τώρα λοιπόν που κατανοώ, πως άλλο πράγμα είναι που το σώμα μου δεν θα ψιλώσει άλλο, και άλλο το πώς εγώ νιώθω και βλέπω τον εαυτό μου και τον κόσμο, είναι δύο χωριστά πράγματα, συνειδητοποιώ το πόσο ανώριμος είμαι στην ψυχή και στον συναισθηματικό μου κόσμο.

Έχτισα κι εγώ, όπως όλοι οι άνθρωποι, μία προσωπικότητα, ασπαζόμενος τις κοινές αντιλήψεις της κοινωνίας στην οποία μεγάλωσα, και που συνεπώς διαμόρφωσαν, λίγο πολύ αυθαίρετα, το μυαλό μου, συντελώντας στην διαμόρφωση του κοινωνικού μου προσωπείου· αυτού που εγώ δέχομαι κι αντιμετωπίζω ως εαυτό μου. Αλίμονο, την πάτησα για τα καλά.

Αφ’ ενός γιατί οι γνώσεις που μου δόθηκαν, και που διαμορφώνουν το μυαλό, ήταν εξ αρχής «πειραγμένες». Οι παραδώσεις, τα πρότυπα και οι νόρμες μιάς κοινωνίας, ο τρόπος που βλέπει τον κόσμο και το κάθε άτομο χωριστά, είναι απόρροια καταγραφής εμπειριών που χάνονται στο βάθος των αιώνων. Το μυαλό είναι περιορισμένο, εξ αρχής διαμορφωμένο από τους τρόπους όλων των περασμένων γενεών, από τις εντυπώσεις και τις εμπειρίες άλλων, που μου επιβλήθηκαν από την στιγμή της γέννησής μου.

Αφ’ εταίρου γιατί έρχεται κάποια στιγμή, που το συνειδητοποιώ όλο αυτό, και πως καταλαβαίνω πως αυτό το «λογισμικό» που μου τοποθετήθηκε, είναι ασύμβατο σε πολλές περιπτώσεις, τόσο με το μυαλό, όσο και με το πνεύμα μου (ακόμη και με το σώμα μου μερικές φορές). Είναι τότε που σπάει αυτό το προσωπείο, και από τις ραγάδες αναδύεται το πραγματικό μου εγώ, η αληθινή μου ουσία, που έρχεται, συνήθως, σε αντιδιαστολή με την μέχρι τώρα δεδομένη προσωπικότητά μου.

Αυτό λοιπόν με ώθησε στο να στραφώ ξανά εντός μου και να κοιτάξω βαθιά μέσα μου, για να διαπιστώσω και να δω πως δεν είμαι ολοκληρωμένος· όπως τόσα χρόνια νόμιζα. Έτσι, χρειάστηκε να κάτσω πάλι σαν πρωτάκι, με κοντό παντελονάκι και γδαρμένα γόνατα, στο θρανίο της ζωής, για να ανοίξω τα τεφτέρια της ζωής και να ρωτήσω εξ αρχής τις ίδιες πάλι ερωτήσεις που ρώταγα μικρός. Είδα, πως οι απαντήσεις που μου δίνανε τα βιβλία, διέφεραν κατά πολύ, ανάλογα με το ποιόν ρωτούσα, πότε τον ρωτούσα, που τον ρωτούσα, και πως συνέφερε τον ερωτώμενο· πως στην ίδιά ερώτηση που κάποτε ρώτησα, κι έλαβα τότες μία ικανοποιητική απάντηση, τώρα άλλη μου φαίνεται πιο λογική και σωστή. Επίσης, είδα πως στο βιβλίο, είχαν προστεθεί πολλές-πολλές σημειώσεις, δικές μου, που συχνά έρχονται σε αντίθεση με αυτά που γράφει το βιβλίο.

Συνειδητοποιώ λοιπόν πως άλλαξα, και πως εξακολουθώ να αλλάζω. Κι είναι δύσκολο, και σπαστικό –να πάρει!–, να πρέπει να αλλάζω το προσωπείο μου και την σκέψη μου για άλλη μιά φορά —και πρέπει να λογοδοτήσω για αυτό στους συνανθρώπους μου. «Γιατί ’χθές μου είπες άλλα, και τώρα αλλιώς μου τα λές;» ρωτάνε με βλέμμα που προδίδει φόβο και περιέργεια. Η αλλαγή είναι απρόβλεπτη, είναι άγνωστη έως ότου εκδηλωθεί. Και το άγνωστο τρομάζει τους ανθρώπους!

Έτσι είναι λοιπόν. Τους συνήθισα για χρόνια με βλέπουνε και να με αντιμετωπίζουν με συγκεκριμένα κριτήρια, συμπεριφορές κι ενέργειες, κάτω από ένα σταθερό πρίσμα· νόμιζαν πως με γνώριζαν... Να που ανακαλύπτουν πως δε με γνωρίζουν καθόλου. Αυτό που ίσως τους τρομάζει πιο πολύ, δεν είναι η δική μου αλλαγή· αυτό που τους τρομάζει, είναι πως πρέπει κι αυτοί να επαναπροσδιορίσουν την σχέση τους απέναντι στον νέο μου εαυτό. Αυτό τους αναγκάζει να ψάξουν κι αυτοί μέσα τους, να ξαναδούν τον μηχανισμό, τον εαυτό τους, αναγκαστικά· γιατί αλλιώς, πώς θα προσδιορίσουν την νέα στάση τους απέναντί μου, αν δεν με συγκρίνουν με τον εαυτό τους;

Βλέπω τώρα καθαρά, νομίζω, το πόσο δύσκολο είναι να αλλάζεις. Όταν αλλάζεις, αναγκαστικά θα πρέπει να αλλάξουν κι οι άλλοι, αυτοί που σε περιβάλλουν κι επικοινωνούν μαζί σου. Βλέπω έτσι και μόνος μου, πως μιά μικρή, ανεπαίσθητη αλλαγή επάνω μου, επιφέρει αλλαγές και στους τριγύρω μου. Και, φυσικά, ισχύει και το αντίστροφο: όταν κάποιος άλλος αλλάξει, αναγκάζομαι να αλλάξω κι εγώ απέναντί του, για να επαναπροσδιορίσω την επικοινωνία μαζί του.

Ναι... Νομίζω πως τώρα τα πράγματα ξεκαθαρίζουν στο κεφάλι μου... Και πάνω που νόμιζα πως έλεγα ανοησίες... Αλλά να, ξεκαθαρίζουν τα πράγματα μέσα μου... Τώρα καταλαβαίνω την δύναμη μου, τώρα βλέπω πως η αλλαγή τελικά, είναι αναπόφευκτη· τίποτα δεν μένει αμετάβλητο. «Τα πάντα ρει», όπως είπε κι ο Ηράκλειτος.

Ναι, τώρα το καταλαβαίνω. Τί κι αν τριαντάρισα, τί κι αν μου ζητάνε να λογοδοτήσω; Να πώς ποιος είμαι, και τί! Άλλαξα πολύ από τα είκοσί μου. Δεν ακολούθησα τις νόρμες –όχι πως αυτό είναι κακό–, δεν πάτησα μόνο στα γνωστά μονοπάτια· ακολούθησα και μερικά άλλα, πιο σκοτεινά, πιο κακοτράχαλα. Ίσως μια μέρα κατορθώσω να χαράξω και καινούργια μονοπάτια... Ποιος ξέρει;

Αν ποτέ, χρειαστεί να λογοδοτήσω, τόσο στους άλλους, μα όσο και σε εμένα, θα είναι για αυτό και μόνο: Πως δεν άλλαξα, πως έμεινα στάσιμος κι απαράλλαχτος. Αν, παραδείγματος χάρη, έλθει κάποια στιγμή που στο μέλλον, διαβάζοντας αυτά μου τα λόγια, γελάσω, και τα κρίνω, και πω πως ήσαν ανόητα κι ανώριμα, θα χαρώ. Γιατί θα σημαίνει πως δεν είμαι ο ίδιος με αυτόν που κάποτε τα έγραψε. Θα σημαίνει πως άλλαξα —έστω και λιγάκι.

Δεν ξέρω, κι ούτε λέω πως κι εγώ μεγάλωσα πολύ. Είμαι κι εγώ σε εφηβική ηλικία· το ξέρω καλά. Αλλά... να πάρει! Τουλάχιστον έχω επίγνωση αυτού, και θέλω να πιστεύω, πως θα αλλάξω· αργά η γρήγορα. Πρέπει να αλλάζω —διαρκώς!... Αλλιώς, αλίμονό μου! Αλίμονό μας! Αλίμονό σας...


—ΤΕΛΟΣ—


Όποιος θέλει, μπορεί να αφήσει το σχόλιό του· με σεβασμό στον εαυτό του και στον συνάνθρωπό του. Σας ευχαριστώ που διαβάσατε το κείμενό μου.

Τάδε έφη,
© Ναυτίλος Του Διαδικτύου (Περικλής Π.)

5/28/2008

36. Friends Will Be Friends


Friends Will Be Friends


Χωρίς λόγια...

[κάντε κλικ στην εικόνα για μεγαλύτερη προβολή]



Επισκεφθείτε την on-line gallery της καλλιτέχνιδας.

http://helja.deviantart.com/gallery/


—ΤΕΛΟΣ—


Όποιος θέλει, μπορεί να αφήσει το σχόλιό του· με σεβασμό στον εαυτό του και στον συνάνθρωπό του. Σας ευχαριστώ που διαβάσατε το κείμενό μου.

Τάδε έφη,
© Ναυτίλος Του Διαδικτύου (Περικλής Π.)

5/26/2008

35. Αφιέρωμα: Νίκος Καββαδίας


Αφιέρωμα:
Νίκος Καββαδίας


Η ποίηση του Νίκου Καββαδία είναι διαφορετική από την συνηθισμένη· αναρχική, όχι τόσο στην δομή, μα στην «πεζή» της θεματολογία και την ωμή παρουσίαση αληθινών καταστάσεων μέσα από το πρίσμα του ταξιδεμένου ανθρώπου που συνεχώς αναζητά.

Παρατίθενται παρακάτω μερικά από τα αγαπημένα μου ποιήματα, τα οποία επιθυμώ να μοιραστώ μαζί σας. Είναι από τις δύο του συλλογές με τίτλους, «Πούσι» και «Μαραμπού». Εάν σας αρέσουν, καλό θα ήταν να τα προμηθευτείτε και να τα απολαύσετε τα δύο αυτά έργα του σε όλο τους το μεγαλείο.




—ΠΟΥΣΙ—


ΤΟ ΚΑΡΑΝΤΙ

Στο κορίτσι από το Βόλο

Μπάσσες στεριές, ήλιος πυρρός και φοινικιές,
ένα πουλί που ακροβατεί στα παταράτσα.
Γνέφουνε δυό στιγματισμένα μαύρα μπράτσα,
που αρρώστιες τά ’χουνε τσακίσει τροπικές.

Παντιέρα κίτρινη —σινιάλο του νερού.
Φούντο τις δυό και πρίμα βρέξε το πινέλο.
Τα δυό φανάρια της νυχτός. Κι ο Pisanello
ξεθωριασμένος απ’ το κύμα του καιρού.

Το καραντί... Το καραντί θα μας μπατάρει.
Σάπια βρεγμένα, τσιμέντο και σκουριά.
Από νωρίς, δεξιά στη μάσκα την πλωριά,
κοιμήθηκεν ο καρχαρίας που πιλοτάρει.

Ορντίνα δίνει ο Παπαγάλος στον ιστό,
όπως και τότε απ’ του Κολόμπου την κουκέτα.
Χρόνια προσμένω να τυλίξεις τη μπαρκέτα,
χρόνια προσμένω τη στεριά, να ζαλιστώ.

Φωτιές ανάβουνε στην άμμο ιθαγενείς,
κι αχός μας φτάνει καθώς παίζουν τα όργανά τους.
Της θάλασσας κατανικώντας τους θανάτους
Στην ανεμόσκαλα σε θέλω να φανείς.

Φύκια μπλεγμένα στα μαλλιά, στο στόμα φύκια.
Έτσι ως κοιμήθηκες για πάντα στα βαθιά
κατάστιχτη, πελεκημένη από σπαθιά,
διπλά φορώντας των Ίνκας τα σκουλαρίκια.


ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΟΥ ΝΟΤΟΥ

Στο Γιώργο Θεοτοκά

Έβραζε το κύμα του γαρμπή.
Ήμαστε σκυφτοί κ’ οι δυό στο χάρτη·
Γύρισες και μού ’πες πως το Μάρτη
σ’ άλλους παραλλήλους θά ’χεις μπεί.

Κούλικο στο στήθος σου τατού,
που όσο κι αν το καις δε λέει να σβήσει.
Είπαν πως την είχες αγαπήσει
σε μιά κρίση μαύρου πυρετού.

Βάρδια πλάι σε κάβο φαλακρό
κι ο Σταυρός του Νότου με τα στράλια.
Κομπολόι κρατάς από κοράλλια
κι άκοπο μασάς καφέ πικρό.

Το Άλφα του Κενταύρου μιά νυχτιά
με το παλινώριο πήρα κάτου.
Μού ’πες με φωνή ετοιμοθανάτου:
«Να φοβάσαι τ’ άστρα του Νοτιά».

Άλλοτε απ’ τον ίδιο ουρανό
έπαιρνες, τρεις μήνες στην αράδα,
με του καπετάνιου τη μιγάδα,
μαθήματα πορείας νυχτερινό.

Σ’ ένα μαγαζί του Nossi Bé
πήρες το μαχαίρι, δυό σελλίνια,
μέρα μεσημέρι απά στα λίνια
ξάστραψε σα φάρου αναλαμπή.

Κάτου στις αχτές της Αφρικής
πάνε χρόνια τώρα που κοιμάσαι.
Τα φανάρια πια δεν τα θυμάσαι
και τ’ ωραίο γλυκό της Κυριακής.





—ΜΑΡΑΜΠΟΥ—


ΜΑΡΑΜΠΟΥ

Λένε για μένα οι ναυτικοί που εζήσαμε μαζί
πως είμαι κακοτράχαλο τομάρι διεστραμμένο,
πως τις γυναίκες μ’ ένα τρόπο ύπουλο μισώ
κι ότι μ’ αυτέ να κοιμηθώ ποτέ μου δεν πηγαίνω.

Ακόμα, λένε πως τραβώ χασίσι και κοκό,
πως κάποιο πάθος με κρατεί φριχτό και σιχαμένο,
κι ολόκληρο έχω το κορμί μου με ζωγραφιές αισχρές,
σιχαμερά παράξενες, βαθιά στιγματισμένο.

Ακόμα, λένε πράγματα φριχτά πάρα πολύ,
που είν’ όμως ψέματα χοντρά και κατασκευασμένα,
κι αυτό που εστοίχισε σε με πληγές θανατερές
κανείς δεν τό ’μαθε, γιατί δεν τό ’πα σε κανένα.

Μ’ απόψε, τώρα που έπεσεν η τροπική βραδιά,
και φεύγουν προς τα δυτικά των Μαραμπού τα σμήνη,
κάτι με σπρώχνει επίμονα να γράψω στο χαρτί,
εκείνο, που παντοτινή κρυφή πληγή μου εγίνη.

Ήμουνα τότε δόκιμος σ’ ένα λαμπρό ποστάλ
και ταξιδεύαμε Αίγυπτο γραμμή Νότιο Γαλλία.
Τότε τη γνώρισα —σαν άνθος έμοιαζε αλπικό—
και μια στενή μας έδεσεν αδελφική φιλία.

Αριστοκρατική, λεπτή και μελαγχολική,
κόρη ενός πλούσιου Αιγύπτιου όπου ’χε αυτοκτονήσει,
ταξίδευε τη λύπη της σε χώρες μακρινές,
μήπως εκεί γινότανε να τηνε λησμονήσει.

Πάντα σχεδόν της Μπασκιρτσέφ κρατούσε το Ζουρνάλ,
και την Αγία της Άβιλας παράφορα αγαπούσε,
συχνά στίχους απάγγελνε θλιμμένους γαλλικούς,
κι ώρες πολλές προς τη γαλάζιαν έκταση εκοιτούσε.

Κι εγώ, που μόνον εταίρων εγνώριζα κορμιά,
κι είχα μιαν άβουλη ψυχή δαρμένη απ’ τα πελάη,
μπροστά της εξανάβρισκα την παιδική χαρά
και, σαν προφήτη, εκστατικός την άκουα να μιλάει.

Ένα μικρό της πέρασα σταυρό απ’ το λαιμό
κι εκείνη ένα μου χάρισε μεγάλο πορτοφόλι
κι ήμουν ο πιο δυστυχισμένος άνθρωπος της γής,
όταν εφθάσαμε σ’ αυτήν που θά ’φευγε, την πόλη.

Την εσκεφτόμουνα πολλές φορές στα φορτηγά,
ως ένα παραστάτη μου κι άγγελο φύλακά μου,
και μιά φωτογραφία της στην πλώρη ήταν για με
όαση, που ένας συναντά μές στην καρδιά της Άμμου.

Νομίζω πως θε νά ’πρεπε να σταματήσω εδώ.
Τρέμει το χέρι μου, ο θερμός αγέρας με φλογίζει.
Κάτι άνθη αξαίσια τροπικά του ποταμού βρωμούν,
κι ένα βλακώδες Μαραμπού παράμερα γρυιλίζει.

Θα προχωρήσω!... Μιά βραδιά σε πόρτο ξενικό
είχα μεθύσει τρομερά με ουίσκυ, τζίν και μπύρα,
και κατά τα μεσάνυχτα, τρικλίζοντας βαριά,
τον δρόμο προς τα βρωμερά, χαμένα σπίτια επήρα.

Αισχρές γυναίκες τράβαγαν εκεί τους ναυτικούς,
κάποια π’ άρπαξ’ απότομα, γελώντας, το καπέλο
(παλιά συνήθεια γαλλική του δρόμου των πόρνων)
κι εγώ την ακολούθησα σχεδόν χωρίς να θέλω.

Μιά κάμαρα στενή, μικρή, σαν όλες βρωμερή,
οι ασβέστες απ’ τους τοίχους της επέφτανε κομμάτια,
κι αυτή ράκος ανθρώπινο που εμίλαγε βραχνά,
με σκοτεινά, παράξενα, δαιμονισμένα μάτια.

Της είπα κι έσβησε το φώς. Επέσαμε μαζί.
Τα δάχτυλα μου καθαρά μέτρααν τα κόκαλά της.
Βρωμούσε αψέντι. Εξύπνησα, ως λένε οι ποιητές,
«μόλις εσκόρπιζεν η αυγή τα ροδοπέταλά της».

Όταν την είδα και στο φώς τ’ αχνό το πρωινό,
μου φάνηκε λυπητερή, μα κολασμένη τόσο,
που μ’ ένα δέος αλλόκοτο, σα νά ’χα φοβηθεί,
το πορτοφόλι μου έβγαλα γοργά να την πληρώσω.

Δώδεκα φράγκα γαλλικά... Μα έβγαλε μιά φωνή,
κι είσαι μιά εμένα να κοιτά με μάτι αγριεμένο,
και μιά το πορτοφόλι μου... Μ’ απόμεινα κι εγώ
έναν σταυρόν επάνω της σαν είδα κρεμασμένο.

Ξεχνώντας το καπέλο μου βγήκα σαν τον τρελό,
σαν τον τρελό που αδιάκοπα τρικλίζει και χαζεύει,
φέρνοντας μέσα στο αίμα μου μιά αρρώστια τρομερή,
που ακόμα βασανιστικά το σώμα μου παιδεύει.

Λένε για μένα οι ναυτικοί που εκάμαμε μαζί
πως χρόνια τώρα με γυναίκα εγώ δεν έχω πέσει,
πως είμαι παλιοτόμαρο και πως τραβάω κοκό.
Μ’ αν ήξεραν οι δύστυχοι, θα μ’ είχαν συχωρέσει...

Το χέρι τρέμει... Ο πυρετός... Ξεχάστηκα πολύ,
ασάλευτο ένα Μαραμπού στην όχθη να κοιτάζω.
Κι έτσι καθώς επίμονα κι εκείνο με κοιτά,
νομίζω πως στη μοναξιά και στη βλακεία του μοιάζω...



ΕΝΑΣ ΔΟΚΙΜΟΣ ΣΤΗ ΓΕΦΥΡΑ ΕΝ ΩΡΑ ΚΙΝΔΥΝΟΥ

Στο ημερολόγιο γράψαμε: «Κυκλών και καταιγίς».
Εστείλαμε το S.O.S. μακριά σε άλλα καράβια,
κι εγώ κοιτάζοντας χλωμός τον άγριον Ινδικό
πολύ αμφιβάλλω αν φτάσουμε μιά μέρα στην Μπατάβια.

Μα δε λυπάμαι μια σταλιάν —Εμείς οι ναυτικοί
Έχουμε, λένε, την ψυχή στο διάολο πουλημένη.
Μιά μάνα μόνο σκέφτομαι στυγνή και σκυθρωπή,
που χρόνια τώρα και καιρούς το γιό της περιμένει.

Το ξέρω πως η θέση μας είναι άσχημη πολύ.
Η θάλασσα τη γέφυρα με κύματα γεμίζει
κι εγώ λυπάμαι μοναχά που δεν μπορώ να πω
σε κάποιον, κάτι που πολύ φριχτά με βασανίζει.

Θεέ μου! είμαι μονάχα δεκαεννιά χρονών,
Κι έχω σε μέρη μακρινά πολλές φορές γυρίσει.
Θεέ μου! έχω μιάν άκακη, μιά παιδική καρδιά,
αλλά πολύ έχω πλανηθεί, κι έχω πολύ αμαρτήσει.

Συχώρεσέ με... Κάποτες όπου ’χα πιεί πολύ
και δεν εκαταλάβαινα το τι έκανα, στο Αλγέρι,
για μιάν μικρήν Αράπισσα, που εχόρευσε γυμνή,
επέταξα κατάστηθα σε κάποιον το μαχαίρι.

Συχώρεσέ με... Μιά βραδιά θολή στο Σάντα Φέ,
καθώς κάποια με κράταγε σφιχτά στην αγκαλιά της,
ετράβηξα απ’ την κάλτσα της μια δέσμη από λεφτά
που όλη τη μέρα εμάζευεν απ’ την αίσχρήν δουλειά της.

Κι ακόμα, Κύριε... ντρέπομαι να το συλλογιστώ,
(μα ήταν τόσο κόκκινα κι υγρά τα ωραία του χείλια
και κάποια κάπου ολόλυζε κιθάρα ισπανική...)
κοιμήθηκα μ’ έναν μικρόν εβραίο στη Σεβίλλια.

Κύριε... ετούτο το κορμί μου το τόσο αμαρτωλό
σε λίγο στις υδάτινες ειρκτές νεκρό θα πέσει...
Μα τέσσερα όμως σκέφτομαι γαλόνια εγώ χρυσά
Κι ένα θλιμμένο δόκιμο, που δε θα τα φορέσει...


ΕΝΑ ΜΑΧΑΙΡΙ

Απάνω μου έχω πάντοτε στη ζώνη μου σφιγμένο
ένα μικρό αφρικάνικον ατσάλινο μαχαίρι
—όπως αυτά που συνηθούν και παίζουν οι Αραπάδες—
που από έναν γέρον έμπορο τ’ αγόρασα στ’ Αλγέρι.

Θυμάμαι, ως τώρα νά ’τανε, το γέρο παλαιοπώλη,
όπου έμοιαζε με μιάν παλιάν ελαιογραφία του Γκόγια,
ορθόν πλάι σε μακριά σπαθιά και σε στολές σχισμένες,
να λέει με μιά βραχνή φωνή τα παρακάτου λόγια:

«Ετούτο το μαχαίρι, εδώ, που θέλει ν’ αγοράσεις
με ιστορίες αλλόκοτες ο θρύλος τό ’χει ζώσει,
κι όλοι το ξέρουν, πως αυτοί που κάποια φορά τό ’χαν,
καθένας κάποιον άνθρωπο δικό του έχει σκοτώσει.

Ο Δόν Μπαζίλιο σκότωσε μ’ αυτό την Δόνα Τζύλια,
Την όμορφη γυναίκα του, γιατί τον απατούσε.
Ο Κόντε Αντόνιο, μιά βραδιά, το δύστυχο αδερφό του
με το μαχαίρι τούτο εδώ κρυφά δολοφονούσε.

Ένας Αράπης τη μικρή ερωμένη του από ζήλεια
και κάποιος ναύτης Ιταλός ένα Γραικό λοστρόμο.
Χέρι σε χέρι ξέπεσε και στα δικά μου χέρια.
Πολλά έχουν δει τα μάτια μου, μ’ αυτό μου φέρνει τρόμο.

Σκύψε και δες το, μι’ άγκυρα κι ένα οικόσημο έχει,
είν’ αλαφρή, για πιάσε το, δεν πάει ούτε ένα κουάρτο,
μα εγώ θα σε συμβούλευα κάτι άλλο ν’ αγοράσεις.»
—Πόσο έχει; —Μόνο φράγκα εφτά. Αφου το θέλεις πάρ’ το.

Ένα στιλέτο έχω μικρό στη ζώνη μου σφιγμένο,
που ιδιοτροπία μ’ έκαμε και το ’καμα δικό μου·
κι αφού κανένα δε μισώ στον κόσμο να σκοτώσω,
φοβάμαι μη καμιά φορά το στρέψω στον εαυτό μου...


ΕΝΑΣ ΝΕΓΡΟΣ ΘΕΡΜΑΣΤΗΣ ΑΠΟ ΤΟ ΤΖΙΜΠΟΥΤΙ

του Ι. Πικραμένου

Ο Γουίλλη, ο μαύρος θερμαστής από το Τζιμπουτί,
όταν από τη βάρδια του τη βραδινή σχολούσε,
στην κάμαρά μου ερχότανε, γελώντας, να με βρεί,
κι ώρες πολλές για πράγματα περίεργα μου μιλούσε.

Μού ’λεγε πως καπνίζουνε στο Αλγέρι το χασίς
και στο Άντεν πως, χορεύοντας, πίνουν την άσπρη σκόνη,
κι έπειτα πως φωνάζουνε και πως μονολογούν,
όταν η ζάλη μ’ όνειρα περίεργα τους κυκλώνει.

Μού ’λεγ’ ακόμη ότ’ είδ’ αυτός, μιά νύχτα πού ’χε πιεί,
πως πάνω σ’ άτι εκάλπαζε, στην πλάτη της θαλάσσης,
και πίσωθέ του ετρέχανε γοργόνες με φτερά.
—Σαν πάμε στο Αντέν, μού ’λεγε, και σύ θα δοκιμάσεις.

Εγώ γλυκά του χάριζα και λάμες ξυραφιών
και τού ’λεγα πως το χασίς τον άνθρωπο σκοτώνει,
και τότε αυτός συνήθιζε, γελώντας τρανταχτά,
με τό ’να χέρι του ψηλά πολύ να με σηκώνει.

Μες στο τεράστιο σώμα του είχε μι’ αθώα καρδιά.
Κάποια νυχτιά, μέσα στο μπάρ Ρετζίνα —στη Μαρσίλια,
για να φυλάξει εμένανε από έναν Ισπανό,
έφαγε αυτός μιαν αδειανή στην κεφαλή μποτίλια.

Μιά μέρα τον αφήσαμε στυγνό απ’ τον πυρετό,
πέρα στην Άπω Ανατολή, να φλέγεται, να λιώνει.
Θεέ των μαύρων, τον καλό συχώρεσε Γουίλ
και δώσ’ του εκεί που βρίσκεται, λίγη απ’ την άσπρη σκόνη.


ΓΡΑΜΜΑ ΕΝΟΣ ΑΡΡΩΣΤΟΥ

Φίλε μου Αλέξη, τό ’λαβα το γράμμα σου·
και με ρωτάς τι γίνομαι, τί κάνω;
Μάθε, ο γιατρός πως είπε στη μητέρα μου
ότι σε λίγες μέρες θα πεθάνω...

Είναι καιρός όπου έπληξα διαβάζοντας
όλο τα ίδια που έχω εδώ βιβλία,
κι όλο εποθούσα κάτι νέο να μάθαινα
που μα μου φέρει λίγη ποικιλία.

Κι ήρθεν εχθές το νέο έτσι απροσδόκητα
—σιγά ο γιατρός στο διάδρομο εμιλούσε—
και τ’ άκουσα. Στην κάμαρα εσκοτείνιαζε
κι ο θόρυβος του δρόμου εσταματούσε.

Έκλαψα βέβαια, κάτω απ’ το την κουβέρτα μου.
Λυπήθηκα. Για σκέψου, τόσο νέος!
Μα στον εαυτό μου αμέσως υποσχέθηκα
πως θα φανώ, σαν πάντοτε, γενναίος.

Θυμάσαι, που ταξίδια ονειρευόμουνα
κι είχα αν διαβήτη κι ένα χάρτη
και πάντα για να φύγω ετοιμαζόμουνα
κι όλο η μητέρα μου ’λεγε: Το Μάρτη...

Τώρα στο τζάμι ένα καράβι εσκάρωσα
κι ένα του Μάγκρ στιχάκι έχω σκαλίσει:
«Τι θλίψη στα ταξίδια κρύβεται άπειρη!»
Κι εγώ για ένα ταξίδι έχω κινήσει.

Να πείς σ’ όλους τους φίλους χαιρετίσματα,
Κι αν τύχει ν’ απαντήσεις την Ελένη,
πως μ’ ένα φορτηγό —πές της— μπαρκάρισα
και τώρα πια να μη με περιμένει...

Αλήθεια! Ο Χάρος ήθελα να ’ρχότανε
Σαν ένας καπετάνιος να με πάρει
χτυπώντας τις βαριές πέτσινες μπότες του
κι ένα μακρύ τσιμπούκι να φουμάρει.

Αλέξη, νιώθω τώρα πως σ’ εκούρασα.
Μπορεί κιόλας να σ’ έκαμα να κλάψεις.
Δε θα βρεις, βέβαια, λόγια για μι’ απάντηση.
Μα δε θα λάβεις κόπο να μου γράψεις...



«Πούσι»
Συγγραφέας: Νίκος Καββαδίας
Εκδόσεις: ΑΓΡΑ
ISBN: 960-325-038-4
Αρ. σελίδων: 36

«Μαραμπού»
Συγγραφέας: Νίκος Καββαδίας
Εκδόσεις: ΑΓΡΑ
ISBN: 978-960-325-037-1
Αρ. σελίδων: 52


—ΤΕΛΟΣ—


Όποιος θέλει, μπορεί να αφήσει το σχόλιό του· με σεβασμό στον εαυτό του και στον συνάνθρωπό του. Σας ευχαριστώ που διαβάσατε το κείμενό μου.

Τάδε έφη,
© Ναυτίλος Του Διαδικτύου (Περικλής Π.)

Σύνδεσμοι: (ανοίγουν σε νέο παράθυρο)
Νίκος Καββαδίας - Βικιπαίδεια
http://en.wikipedia.org/wiki/Nikos_Kavvadias

5/14/2008

34. Αφιέρωμα: Μάνος Χατζιδάκις


Αφιέρωμα:
Μάνος Χατζιδάκις


Παρουσιάζονται παρακάτω αποσπάσματα από το συγγραφικό έργο του Μάνου Χατζιδάκι (1925-1994) με τίτλο: «Μυθολογία και Μυθολογία Δεύτερη». Τα λόγια για το έργο του μεγάλου μουσικοσυνθέτη περιττεύουν. Σας αφήνω στην απόλαυση, αφού πρώτα παραθέσω δύο αποφθέγματα του μεγάλου δημιουργού που βρίσκω εξαιρετικά ενδιαφέροντα και τα οποία με εκφράζουν αρκετά.


Ο,ΤΙ ΕΧΩ ΙΕΡΟ

Να περιφρονώ τις συνήθειες των πολλών, τη λογική του κράτους και την «ηθική» των συγγενών μου. Να αγαπώ με πάθος τους κυνηγημένους, τους ανορθόδοξους και τους αναθεωρητές.

Η ΕΛΛΑΔΑ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΠΕΘΑΙΝΕΙ

Πάντα μ' απασχολούσε το γνωστό εμβατήριο όσες φορές τ' άκουγα. Έλεγα μέσα μου, τι άραγες εννοεί; [...] Σκέφτηκα, σαν κάτι να φωτίστηκε μέσα μου, εφόσον η Ελλάδα δεν πεθαίνει ποτέ, πάει να πει πως και ποτέ δεν θα αναστηθεί.

Μάνος Χατζιδάκις



ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ

ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ
ΚΑΙ
ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΔΕΥΤΕΡΗ



ΥΓΡΑΣΙΑ
[1]

Έφυγε
Σκίζοντας τ’ όνειρο στα δυό
Τραγουδιστά
Μαζί του πήρε δυό παιδιά
Να του μαζεύουνε πουλιά
Κι απόμειναν οι στεριανοί
Στοιχειά του Χάροντα
Αστροπελέκι και λυγμός
Στου κοριτσιού τα μάτια
Κ’ εγώ
Πιστός στή μνήμη του
Για να θρηνήσω τ’ άγουρα
Κρυφομιλήματά του.


ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΣΤΙΓΜΗ

-ιεροσυλία

Ένας παπάς
Από τ’ αντικρινό παράθυρο
Κοιτάζει που κοιμάμαι
Θέλει να διαπιστώσει
Που έχω τα χέρια μου
Πάνω ή κάτω από το προσκεφάλι

-παρανομία

Ένας αστυνόμος
Από τ’ αντικρινό παράθυρο
Μ’ επιμονή παρατηρεί τον ύπνο μου
Θέλει να διαπιστώσει
Αν γέρνω αριστερά ή δεξιά

-μαθητεία

Ένα παιδί
Από τ’ αντικρινό παράθυρο
Με βλέπει μ’ απορία που κοιμάμαι
Θέλει να διαπιστώσει
Αν είμαι δράκος γιά Θεός ή ένα πουλί που τραγουδά περίεργα τραγούδια

-αποτέλεσμα

Εγώ μέσ’ απ’ τον ύπνο μου
Τους βλέπω και χαμογελώ
Γιατί ο παπάς δεν μ’ ανεγνώρισε πως είμαι
Ο Χριστός
Κι έχω τα χέρια μου στο στήθος
Σταυρωμένα
Γιατί ο αστυνόμος δε γνωρίζει
Πως ειδικά γι’ αυτόν
Είμαι αξιωματικός
Και το παιδί
Ούτε καν μπόρεσε να φανταστεί πως είμαι
Ο ποιητής


ΛΑΤΡΕΥΤΙΚΟ

Λατρεύω την αγάπη
γιατί με κάνει να σκέφτομαι.

Λατρεύω τη σκέψη
γιατί με οδηγεί στην πράξη.

Λατρεύω την πράξη
γιατί με κάνει ελεύθερο
να σκέφτομαι και ν’ αγαπώ.


ΙΣΧΥΡΗ ΘΕΛΗΣΗ

Κανείς
δεν μπορεί να σταματήσει
τη μοναχική μου
πορεία
προς τα ενδότερα
κι ανεξερεύνητα βάθη
του κορμιού
Σου.


ΣΧΕΔΟΝ ΠΑΙΔΙΑ

Νέοι,
σχεδόν παιδιά
δι’ ολίγα χρήματα
προσφέρουν Μύθους
χρήσεως ιδιωτικής
που όμως δεν συντηρούνται
γραπτώς είτε
προφορικώς
δια να ενσωματωθούν
εις τές ευγενικές του έθνους
παραδόσεις.



ΠΕΡΙΠΤΕΡΟΝ ΑΓΑΠΗΣ

3.

(διάλογος)

ΕΝΑΣ ΜΙΚΡΟΣ
Δωσ’ μου μιά καραμέλα

ΕΚΕΙΝΟΣ
Λεμονιού;

Ο ΜΙΚΡΟΣ
Όχι, κανέλα...

ΕΚΕΙΝΟΣ
Πάρε την τελευταία,

Ο ΤΣΑΓΚΑΡΗΣ
Σ’ τα ετοίμασα.

ΕΚΕΙΝΟΣ
Πονάν τα πόδια μου,
ακόμα πιό πολύ όταν τρέχω
ή όταν παίζω,

Ο ΤΣΑΓΚΑΡΗΣ
Σε λίγο θα σου τα στείλω
Να τα φορέσεις.

ΕΚΕΙΝΟΣ
Σ’ ευχαριστώ.
Θα τα φορέσω αμέσως.

ΜΙΑ ΓΕΙΤΟΝΙΣΣΑ
Καλέ τί θα φορέσεις;

ΕΚΕΙΝΟΣ
Τα παπούτσια μου,

Η ΓΕΙΤΟΝΙΣΣΑ
Και τώρα τί φοράς;

ΕΚΕΙΝΟΣ
Είμαι ξυπόλυτος.

Η ΓΕΙΤΟΝΙΣΣΑ
Χριστέ και Παναγιά!

ΦΩΝΗ ΑΠΟ ΑΠΕΝΑΝΤΙ
Πανάγαθεεε...

ΕΚΕΙΝΟΣ
Λέγε, σ’ ακούω

ΦΩΝΗ ΑΠΟ ΑΠΕΝΑΝΤΙ
Ρίχνε ματιές στο μαγαζί
πάω να πιώ.

ΕΚΕΙΝΟΣ
Καλά, θά ’χω το νου μου.

Ο ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ
Δώσ’ μου την Εσπερία, τον Νόμο και την Ηχώ.

ΕΚΕΙΝΟΣ
Ορίστε στρατηγέ,
Ευχαριστώ

Ο ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ
Παιδί μου,
φρόντισε νά ’σαι φιλήσυχος
φιλομαθείς...

ΕΚΕΙΝΟΣ
Προσπαθώ στρατηγέ,

Ο ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ
Τί θα πεί «προσπαθώ»,
Ο φ ε ί λ ε ι ς !

ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ
Τί σου οφείλω από χτές;

ΕΚΕΙΝΟΣ
Δέκα δραχμές για τις κλωστές,

Η ΓΥΝΑΙΚΑ
Δώσ’ μου κι άλλες κλωστές
άσπρες γαλάζιες χρυσαφιές,

ΕΚΕΙΝΟΣ
Πρόσεχε μήν μπλεχτείς...

Η ΓΥΝΑΙΚΑ
Θα πλέξω μόνο
μην ανησυχείς.

ΠΕΡΑΣΤΙΚΟΣ ΣΥΜΜΑΘΗΤΗΣ
Συνήρθες από χτές που κέρδισε ο ΠΑΟ;

ΕΚΕΙΝΟΣ
Θα δείς μεθαύριο όταν σαν σίφουνας
θα παίξει ο ΦΑΡΑΩ...

ΠΕΡΑΣΤΙΚΟΣ ΣΥΜΜΑΘΗΤΗΣ
Είσαι τρελός, δεν σε παρεξηγώ.
Ακούς εκεί, ο ΦΑΡΑΩ...

Ο ΜΑΝΑΒΗΣ
Πανάγαθε, ρίχνε καμιά ματιά
και στο δικό μου μαγαζί,

ΕΚΕΙΝΟΣ
Κι αν θέλει ο κόσμος βύσσινα
να φάει απ’ το πανέρι;

Ο ΜΑΝΑΒΗΣ
Δώσ’ του λουλούδια και πρασιές,
Απ’ τα κρυφά σου μέρη...

ΕΓΩ
(Πάω να πώ τί θέλω, μα εκείνος ξέρει, χαμογελά και με περίσσια προσοχή μήπως κάνείς τον βλέπει από τριγύρω, μαζί με τα τσιγάρα μου περνά στο χέρι κι ένα διπλωμένο χαρτί από μαθητικό τετράδιο. Καθώς απομακρύνομαι, διαβάζω.)

Θα σε συναντήσω στόν Ζυγό.
Είμαι Π α ρ θ έ ν ο ς !


9.

(η πρώτη συνάντηση)

Τον είδα
Μου μίλησε, του μίλησα
Και είναι βέβαιον
Πως ό,τι συνέβη μεταξύ μας
Υπήρξεν κέραιον, ακραίον
Και ωραίον


ΑΝΑΣΚΑΦΕΣ ΣΤΟΝ ΖΥΓΟ

[...]
ΙΙ.

Πηγή γνώσης κάποτε ξεπήδησε απ’ τη γη σε χώρα αραβική. Όμως κανείς δεν έτρεξε να πιει και να επωφεληθεί. Κι αυτή, για εκδίκηση, έγινε πετρέλαιο.


[...]
VI.

Η αληθινή τέχνη είναι σαν τον Θεό. Περιέχει και σένα αλλά και τον εχθρό σου.


[...]
VIII.

Όταν κοιτάς μια γυναίκα σ’ εξαφανίζει. Όταν κοιτάς έν’ αγόρι σ’ ανακαλύπτει.


ΙΧ.

Ποιος είναι αλήθεια ο πιο μεγάλος πειρασμός; Ο γιός του γείτονα που τον λένε Αριστογείτονα.


Χ.

Όποιος χαϊδεύει το πέος του δεν πάει να πει πως κατ’ ανάγκην αυνανίζεται. Μπορεί και να σκέφτεται. Αλλά, κι όποιος πάλι χαϊδεύει το πέος του δεν σημαίνει πως σκέφτεται. Μπορεί και μάλλον, αυνανίζεται.



«Μυθολογία και Μυθολογία Δεύτερη»
Συγγραφέας: Μάνος Χατζιδάκις
Εκδόσεις: ΑΓΡΑ
ISBN: 978-960-325-711-0
Αρ. σελίδων: 165


—ΤΕΛΟΣ—


Όποιος θέλει, μπορεί να αφήσει το σχόλιό του· με σεβασμό στον εαυτό του και στον συνάνθρωπό του. Σας ευχαριστώ που διαβάσατε το κείμενό μου.

Τάδε έφη,
© Ναυτίλος Του Διαδικτύου (Περικλής Π.)

Σύνδεσμοι: (ανοίγουν σε νέο παράθυρο)
Μάνος Χατζιδάκις - Βικιπαίδεια
http://www.hadjidakis.gr/