6/21/2008

42. Εις εαυτόν (β’)


Εις εαυτόν (β’)


Σήμερα είναι μία καταπληκτική ημέρα. Ο ήλιος μεσουρανεί και κυριολεκτικά καίει τα πάντα. Η θερμοκρασία στο θερμόμετρο της βεράντας του σπιτιού όπου ζω, λέει τριάντα τέσσερις βαθμούς Κέλσιου υπό σκιάν· φαντάσου έξω ντάλα στον ήλιο τί γίνεται.

Μου αρέσει όταν κάνει ζέστη (καύσωνα το λένε θαρρώ) το καλοκαίρι. Εάν δεν κάνει καύσωνα, αν δεν ιδρώσω και μουσκέψω και νιώσω τα εσώρουχα να κολλάνε κυριολεκτικά πάνω στο σώμα, και τον ιδρώτα να στάζει στο μέτωπό μου, νιώθω πως δεν είναι καλοκαίρι. Αντιστρόφως, τον χειμώνα θέλω κρύο, θέλω βροχές, ανέμους και χιόνια. Και παρ’ όλο που αυτά τα φαινόμενα κάνουν «δύσκολη» την ζωή μας, εγώ τα λατρεύω. Γιατί τί θα ήταν οι ημέρες μας εάν δεν είχαν κάτι το διαφορετικό κάθε φορά· αν ήταν όλες ίδιες κι απαράλλαχτες;

Ο ουρανός είναι γαλάζιος· όχι τυχαία, αλλά αυτή η φανταστική, υπέροχη γαλάζια απόχρωση που έκανε, μαζί με το μπλε της θάλασσας, τον Ελύτη να γράψει τον γνωστό στοίχο: «Θεέ μου, πόσο μπλε ξόδεψες για να μην σε βλέπουμε». Σε καταλαβαίνω τώρα ποιητή, σε νιώθω. Ο ήλιος όπως προείπα μεσουρανεί και τα κάνει όλα φωτεινά κι όμορφα, ενώ το μελτέμι που φυσάει από τ’ ορθάνοιχτο παράθυρο, δροσίζει ευχάριστα το γυμνό μου σώμα, καθώς κάθομαι μέσα στην σκιά του σπιτιού και γράφω αυτές τις αράδες· σε τέτοιο βαθμό, που έχω κλείσει τον ανεμιστήρα. Από το παράθυρο, βλέπω και μικρά-μικρά, λευκά μπαμπακένια συννεφάκια (που τυγχάνει να είναι τα αγαπημένα μου). Είναι καλοκαίρι, κάνει ζέστη, κι είμαι ευτυχισμένος —απολαμβάνω την στιγμή!



Νωρίτερα το μεσημεράκι, κατά της μία, κατέβηκα στην πόλη για ν’ αγοράσω λίγο ψωμί. Συνήθως φτιάχνω δικό μου ψωμί στο σπίτι, όχι με τα χέρια βέβαια, αλλά με την βοήθεια μίας ψωμιέρας. Λατρεύω να φτιάχνω το δικό μου, μαύρο ψωμί ολικής αλέσεως. Έχει άλλη γεύση· άλλο «βάρος». Όμως, σήμερα είχα όρεξη για αυγουλάκια, και για κάποιον λόγο, με τα αυγά θέλω λευκό, μαλακό κι αφράτο ψωμάκι. Όπερ και εγένετο. Άφησα το μηχανάκι στα πέριξ της πόλης και βρέθηκα να περπατάω μέχρι το κέντρο, κι από εκεί στις πυκνοκατοικημένες γειτονιές που είναι γεμάτες πολυώροφες πολυκατοικίες.

Γενικώς περπατάω αρκετά, σχεδόν κάθε ημέρα, παρά τα πάρα πολλά κιλά που βαραίνουν το σώμα μου. Φοράω ένα κοντό σορτσάκι, μία κοντομάνικη μπλούζα, καπελάκι για τον ήλιο και τον ιδρώτα του προσώπου, ανά χείρας το no-brand MP3 player, και με τ’ ακουστικά στ’ αυτιά περιδιαβαίνω τους δρόμους της πόλης. Η Ξάνθη, ως πόλη γενικά, είναι αρκετά φιλική προς τους πεζοπόρους· εξαιρέσεις βέβαια, οι γνωστή απερίσκεπτοι που αφήνουν τα αυτοκίνητά τους ακριβώς μπροστά στις διαβάσεις —έστω!

Σήμερα λοιπόν, έτυχε να περιδιαβαίνω τις συνοικίες κατά την ώρα που στα περισσότερα σπίτια, οι νοικοκυρές ετοιμάζουν το μεσημεριανό φαγητό της οικογένειας, κι έτσι κάθε δρόμος μοσχομύριζε. Αλλού η μυρουδιά από κεφτέδες στον φούρνο, αλλού κολοκυθάκια να τηγανίζονται μαζί με ηχητική υπόκρουση την τηλεόραση που έχει μεσημεριανές εκπομπές κουτσομπολιού –κάπως να περνάει η ώρα μέχρι να τελειώσει το μαγείρεμα–, αλλού πιπεριές γεμιστές —που τυγχάνει να είναι κι από τα’ αγαπημένα μου καλοκαιρινά πιάτα.

Στον δρόμο, τα πιτσιρίκια εκμεταλλεύονται στο ακέραιο τις τελευταίες ελεύθερές τους στιγμές, προτού οι μητέρες τους αρχίσουν να τα καλούν για να κάτσουν στο τραπέζι. Υπέροχα πλάσματα. Αγόρια με κοντά σορτσάκια κι αμάνικες μπλούζες να τρέχουν πίσω από μία μπάλα ή να κάνουν βόλτες με τα ποδήλατα· κοριτσάκια με κοντές φουστίτσες να παίζουν λάστιχο –παίζεται ακόμη αυτό το παιχνίδι στις ’μέρες μας!–, ή να ξεφυλλίζουν περιοδικά. Ανέμελα πλασματάκια που τα βιάζουμε με τα άγχη μας, τις βλακείες μας και που τα μεγαλώνουμε πρόωρα —απολαύστε την κυνηγημένη παιδικότητά σας, παίξετε, γελάστε, τρέχτε όσο μπορείτε!



Η ώρα έχει πάει δύο παρά κι έχω μουσκέψει από τον ιδρώτα, στο MP3 player, την σκυτάλη μετά τον Μαρίνο παίρνει ο Ισραηλινός που φέτος αδικήθηκε, κατά την ταπεινή μου άποψη, μιάς κι είχε καθαρή, κρυστάλλινη φωνή κι εκφραστικότητα. Στον δρόμο του γυρισμού παρατηρώ πως οι ομάδες των πιτσιρικάδων έχουν διαλυθεί κι εξαφανιστεί· μόνο λίγα «αδέσποτα» έχουν μείνει στον δρόμο. Συνεχίζω να περπατάω.

Το τραγούδι σταματάει κι ακολουθεί μιά σύντομη παύση μέχρι να ξεκινήσει το επόμενο. Μία ψιλή φωνή από κάποιο κοντινό μπαλκόνι αποσπά την προσοχή μου.

«Λάκηηη!» φωνάζει μιά γυναίκα από το μπαλκόνι, με την οποία συμμερίζομαι την αμετροέπεια στο φαγητό. Είναι ιδρωμένη και δείχνει κουρασμένη. Από μιά πιλοτή πετάγεται ένα αγοράκι οχτώ με εννιά ετών. Έχει γλυκά χαρακτηριστικά κι αντιλαμβάνομαι πως θα γίνει όμορφος άνδρας όταν μεγαλώσει. Η μητέρα τον βλέπει. «Ακόμη εκεί ’σαι που να πάρ’ η οργή!» φωνάζει αγανακτισμένα. «Τσακίσου ’πάνω γρήγορα μη’ σε κάνω τόπι στο ξύλο», συνεχίζει. Ο μικρός καταλαβαίνει πως δεν τον παίρνει άλλο. Κάτι γυρίζει και ψιθυρίζει σε κάποιον άλλον που δεν φαίνεται κρυμμένος κάτω από την σκιά της πιλοτής· χαιρετάει και τρέχει στην πιλοτή της πολυκατοικίας όπου διαμένει και χάνεται από τα μάτια μου. Γυρίζω να δω και βλέπω πως η γυναίκα έχει κι αυτή αποσυρθεί στα ενδότερα και την δροσιά του σπιτιού.

Οι μυρουδιές εξακολουθούν να μου τσακίζουν την μύτη· από κάθε σπίτι, από κάθε ανοιχτή μπαλκονόπορτα βγαίνει και μία θεσπέσια μυρουδιά. Στο MP3 player ξεκινάει ο Πλιάτσικας, τον σταματάω όμως· θέλω ν’ ακούω τους ήχους στις γειτονιές των ανθρώπων. Δεν απογοητεύομαι. Οι μυρουδιές γίνονται πλέον τρισδιάστατες, τώρα που προστέθηκε ο ήχος από πιρουνιά που χτυπάνε στα πιάτα, ποτήρια να τσουγκρίζουν, και μερικά «καλή όρεξη», μερικά «γιάμ! πεινάωωω!», ένα: «μα δεν θέλω μπάμιες!» που ακούγονται από τις ανοιχτές μπαλκονόπορτες.

Όπως πάντα, όταν περπατάω εξαφανίζομαι, χάνομαι στις σκέψεις μου. Οι τοίχοι των πολυκατοικιών έχουν εξαφανιστεί, έχουν εξαϋλωθεί. Βλέπω μονάχα φιγούρες. Οικογένειες, δεκάδες οικογένειες· εκατοντάδες! Γυναίκες, μητέρες που σερβίρουν το φαγητό που μαγείρεψαν με αγάπη —όχι γιατί έπρεπε, αλλά γιατί το ήθελαν.

Ξύπνησαν από το πρωί, ετοίμασαν το σπίτι, έντυσαν τα παιδιά, ξεπροβόδισαν τους άνδρες. Σαββάτο, ημέρα παζαριού. Κατέβηκαν με τέτοια ζέστη στο παζάρι και στην λαϊκή για ν’ αγοράσουν τρόφιμα. Γέλασαν με τις φίλες που συνάντησαν, έκαναν παράπονα στον μανάβη για την τιμή της μελιτζάνας («Στον Ευαγγελάτο είπαν πως την αγοράζετε είκοσι λεπτά! Γιατί τις έχετε δύο ευρώ;!» «Άμα δε σ’ αρέσει μαντάμ να μην ψωνίζεις από ’δώ!»), μάλωσαν με τον αθίγγανο που επέμενε να πουλήσει της σαγιονάρες δέκα ευρώ και δεν τις έδινε για οχτώ. Γύρισαν σπίτι φορτωμένες πράγματα και με τέτοια ζέστη, έβρασαν και τηγάνισαν σε πυρακτωμένα μάτια, περιμένοντας την ώρα που όλη η οικογένεια θα μαζευτεί για το μεσημεριανό φαγητό. Κι όλα αυτά με μόνο μιά σκέψη στο μυαλό: να ευχαριστηθούν αυτοί που αγαπάνε.

Σκέφτομαι τον μικρό Λάκη. Αν τρώει το φαγάκι του κι αν του αρέσει αυτό που μαγείρεψε η μανούλα. Αν τρώει με δυσκολία το φαγητό του, σπάζοντας της τα νεύρα, αναγκάζοντάς την να του λέει συνέχεια: «Φάε το φαγητό σου που να πάρ’ η οργή!» ή αν είναι το ανάποδο, και πρέπει συνεχώς να του λέει να μασουλάει πιο αργά και να μην καταπίνει αμάσητες τις μπουκιές του. Βλέπω λίγο στο μέλλον. Το φαγητό τελείωσε. Τώρα η γυναίκα, η σύζυγος και μητέρα, πρέπει να πλύνει τα πιάτα και τα κατσαρολικά. Ο άνδρας άραγε της είπε τουλάχιστον ένα ευχαριστώ, ένα μπράβο; Της έδωσε ένα φιλί; Ο μικρός ο Λάκης, γδύθηκε κι έπεσε χορτασμένος στα φρεσκαρισμένα σεντόνια του κρεβατιού του; Είναι ευτυχισμένος που έχει μιά μητέρα που μπαίνει στον κόπο να του φωνάζει δυνατά και να του λέει πως θα τον κάνει τόπι στο ξύλο· που του έπλυνε τα ρούχα, του σιδέρωσε τα εσώρουχα, του έστρωσε το κρεβάτι, του ψώνισε το αγαπημένο του γιαούρτι με τις μικρές-μικρές εκπληξούλες στον πάτο του κεσέ, κι ας είναι μισό ευρώ πιο ακριβή η συσκευασία;



Το γενικεύω και σκέφτομαι όλες της μητέρες του κόσμου. Όλες αυτές τις υπέροχες κι ακούραστες φιγούρες, που τόσο πολύ έχουμε μάθει να αμελούμε και να τις θεωρούμε δεδομένες. Έπρεπε να έλθει επιτέλους η εποχή της χειραφέτησης της γυναίκας, για να θυμηθούμε, να δούμε και να αναγνωρίσουμε οι άνδρες και τα παιδιά την απίστευτή ενέργεια και εργατικότητά τους, την «ιερή» αφοσίωση με την οποίαν αφιερώνονται στην υπηρεσία των πιο απλών, και συνάμα, των πιο σημαντικών αναγκών μας. Ξυπνούνε πρώτες, ετοιμάζουν πρωινό, στρώνουν τα κρεβάτια, βάζουν το ένα πλυντήριο μετά το άλλο, ξεσκονίζουν και πλένουν το σπίτι, ψωνίζουν και μαγειρεύουν, κανακεύουν τα παιδιά, και τέλος, προσφέρονται στον άνδρα τους. Θα εκτιμήσουν τουλάχιστον την προσφορά, ή θα της πούνε: «πως έγινες έτσι μωρή σαν φακλάνα;» και θα βρουν το βράδυ να βρούνε κάνα «πουστράκη» να τους πάρει μία πίπα;

Η φύση ευλόγησε τις γυναίκες με το χάρισμα να φέρνουν παιδιά στον κόσμο, κι όσο κι αν προοδέψει (επιτέλους) η λογική του άνδρα, όσο καλός πατέρας να είναι, και να λατρεύει τα παιδιά του, δεν θα μπορέσει ποτέ να κατανοήσει την αυτοθυσία μιάς μάνας που επί εννέα μίνες κουβαλούσε ένα παιδί στα σπλάχνα της.

Δεν είναι τυχαίο που οι πρώτες ανθρώπινες κοινωνίες ήσαν μητριαρχικές. Ποιός «πρωτόγονος» άνδρας δεν ένοιωθε δέος μπροστά στην γυναίκα-«θεά», που εν μία νυκτή έφερνε στην φυλή, στον κόσμο, έναν νέο άνθρωπο; Το πώς γύρισε καπάκι και η κοινωνία έγινε ανδροκρατούμενη, είναι άλλο θέμα, αν και δεν είναι τόσο δύσκολο να το καταλάβουμε. Έστω, η σύγχρονη κοινωνία κινείται πάλι προς την σωστή κατεύθυνση —κι άς έχει δρόμο ακόμη.

Σκέφτομαι τις μανάδες, τις μητέρες όλης της γής. Σε κάθε γωνιά του κόσμου είναι παρούσα: Στην Ιαπωνία ετοιμάζει βραδινό, στην Αμερική το πρωινό, στην Τουρκία η «τουρκάλα» μάνα μεγαλώνει τα επτά τουρκάκια της, η Ισραηλινή μάνα το δικό της, η παλαιστίνια το ίδιο. Όλες οι μανάδες του κόσμου είναι ίδιες στην αγάπη που τρέφουν στα παιδιά τους. Μπορεί οι εκφάνσεις αυτής της αγάπης να ποικίλουν, μα έχουν την ίδια ουσία.

Οι μάνα η χοντρή· η μάνα η κοντή· η μάνα η «άσχημη», με τις ελιές σ’ όλο της το πρόσωπο· η μάνα με τα λιγδωμένα μαλλιά σε κότσο («δεν πρόλαβα να λουστώ»)· η μάνα η κουκλάρα που κάνει peeling· η μάνα η καριερίστρια που δεν προλαβαίνει να περάσει από τον παιδικό σταθμό· η μάνα η κομπλεξική· η μάνα με το «οιδιπόδειο» στραμμένο στο παιδί της· η μάνα η «παιδεράστρια», που καμιά άλλη γυναίκα δεν είναι άξια για το παιδί της, κανένας άνδρας άξιος για την κόρη της· η μάνα η Μήδεια· η μάνα η Πηνελόπη. Η μάνα μου, η μάνα σου, η μανάδες μας!



Περπατάω και βγαίνω πια από την κατοικημένη ζώνη· σε λίγο θα φτάσω εκεί όπου έχω παρκάρει το μηχανάκι μου. Έχω συγκινηθεί. Από μικρός έχω [το χάρισμα(;)] [την κατάρα(;)] να μπορώ με «ευκολία» να μπαίνω συναισθηματικά στην θέση του άλλου. Μπορώ πολύ εύκολα να νιώσω την χαρά ενός παιδιού που του πήρανε το δώρο που ήθελε, ή την θλίψη ενός ανθρώπου που έχασε κάτι που αγαπά και να δακρύσω μαζί του. Νιώθω και βιώνω την αγάπη που υπάρχει σ’ αυτές τις άθλιες και ψυχοφθόρες τσιμεντογειτονιές. Τις ασφυχτικά γεμάτες, όπου κάποιος χτυπάει εκνευρισμένα με το σκουπόξυλο και φωνάζει πως θέλει ησυχία για να κοιμηθεί, την ώρα που κάποιο ανερμάτιστο αγόρι περνάει απ’ έξω με την κομμένη εξάτμιση στο μηχανάκι, και την γριά στο ισόγειο που πάσχει από γεροντική ανία. Έχω διαποτιστεί, και σαν σφουγγάρι έχω κλέψει λίγο από την αύρα τους.

Νιώθω τον πόνο των γυναικών, την ανησυχία τους, το καθημερινό τους άγχος να είναι σωστές σε όλα: Να είναι καλή μάνα, νοικοκυρά, εργαζόμενη κι ερωμένη. Αισθάνομαι τον πόνο που νιώθουν οι μητέρες όταν χάνουν το παιδί τους. Το πόνο της μάνας που της ανακοινώνουν πως το παιδί της σκοτώθηκε, γιατί δεν φορούσε κράνος· τις τύψεις που την λιώνουν που ενέδωσε και του πήραν το (γαμημένο!) μηχανάκι. Τον πόνο της μάνας που κάποιος της το πήρε, κι αφού πρώτα του φόνευσε την ψυχή, του αφαίρεσε την ζωή. Τον πόνο της μάνας που το παιδί της θα πάει να σκοτωθεί σε ξένη χώρα για να υπερασπιστεί τα πετρελαϊκά συμφέροντα κάποιας πολυεθνικής...

Συνειδητοποιώ την ιερότητά τους, το μεγαλείο τους, μα είν’ αργά. Έφτασα στο μηχανάκι μου. Ανοίγω το κασελάκι που είναι από πίσω, κι αφού εναπόθεσα μέσα του το ψωμί, έβαλα ’μπρός και ξεκίνησα για το σπίτι.

Εκεί θα μαγειρέψω μόνος και θα φάω μόνος. Η μητέρα που με γέννησε έχει κοντά τρεισήμισι χρόνια που τέλειωσε το ταξίδι της σ’ αυτή την γη. Άλλοτε νιώθω πως είναι σαν ’χθές που έφυγε, και πώς να, θα φανεί και θα με κράξει που έκανα χάλια πάλι την κουζίνα. Άλλες φορές νιώθω πως είναι σαν να μην ύπαρξε ποτέ στην ζωή μου, πως πάντα ήμουνα μόνος.

Φτάνει όμως το μελό. Κουραστικά. Τα έγραψα και ξεθύμανα, βγήκε από μέσα μου. Μετανιώνω για ένα πράγμα μονάχα. Που δεν της είπα, δεν της έδειξα ποτέ πόσο την αγάπησα, πόσο την αγαπώ. Λογικό, αφού μόνο όταν έφυγε κατάλαβα το μεγαλείο της θυσίας της, το μεγαλείο της αστείρευτης αγάπης της.

Το αφιερώνω σ’ εσένα αυτό το κειμενάκι μάνα. Κλέβω λίγο τον τίτλο μιάς αγαπημένης μου ταινίας και στην αφιερώνω. «Όλα για την μητέρα μου» —Όλα για τις μητέρες όλου το κόσμου. Σας αγαπώ! Κι ας μην το ξέρετε.

Η ώρα πήρε εξήμισι, κι η ζέστη έχει κοπάσει ελαφρώς, μα ο ιδρώτας εξακολουθεί να τρέχει στο ημίγυμνο κορμί μου. Είναι ζεστά, είναι ωραία, κι η ζωή είναι ένα υπέροχο δώρο. Θα απολαύσω στην στιγμή, θα κάνω ένα δροσερό φραπεδάκι και θα το απολαύσω στην βεράντα, βλέποντας τα γατιά που κάνουν χουζούρι, ενώ τα τους μικρά παίζουν τριγύρω.

Θα απολαύσω την στιγμή, θα χαρώ την ζωή, θα εκμεταλλευτώ το δώρο σου! Μ’ ακούς μαμά;


—ΤΕΛΟΣ—


Όποιος θέλει, μπορεί να αφήσει το σχόλιό του· με σεβασμό στον εαυτό του και στον συνάνθρωπό του. Σας ευχαριστώ που διαβάσατε το κείμενό μου.

Τάδε έφη,
© Ναυτίλος Του Διαδικτύου (Περικλής Π.)

4 σχόλια:

Elementstv είπε...

Σε ευχαριστω πολυ που με ταξιδεψες και με εκανες να σκεφτω μεσα απο αυτο το κειμενο...Πολυ ωραιο πραγματικα...

Υ.Γ.:ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΑΛΛΑ ΝΟΜΙΖΩ ΟΤΙ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΣΟΥ ΕΧΩ ΚΑΤΑΛΑΒΕΙ ΠΟΛΛΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ Ή ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΠΟΥ ΕΧΕΙΣ ΑΝΑΚΑΛΥΨΕΙ.ΑΠΛΑ ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΣΤΟ ΠΩ ΟΧΙ ΓΙΑ ΚΑΠΟΙΟΝ ΛΟΓΟ ΑΛΛΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΕΙΝΑΙ ΩΡΑΙΟ ΝΑ ΒΛΕΠΕΙς ΑΝΘΡΩΠΟΥς ΠΟΥ ΑΠΟΛΑΜΒΑΝΟΥΝ ΤΗΝ ΚΑΘΕ ΣΤΙΓΜΗ...

athinovio είπε...

να΄ξερες πόσο δίκιο έχεις για τις μάνες....

μέσα στο μυαλό μου μπήκες
προς το παρόν οι θυσίες που χρειάστηκε να κάνω ήταν λίγες και μικρές όμως το ευχαριστώ και η αγάπη που είχα την τύχη να λάβω μου έδωσαν φτερά

σε ευχαριστώ για το ωραίο σου κείμενο

Mailo® είπε...

Πολύ όμορφο το κείμενό σου και οι σκέψεις σου Περικλή.

Αυτό που λές ότι καταφέρνεις να "μπαίνεις" συναισθηματικά στη θέση του άλλου το έχω κι εγώ.

Τέλος η φωτογραφία με τη μαμά που θυλάζει το μικρό της είναι εξαιρετική. Θα ήθελα να την είχα τραβήξει ki εγώ. Ζηλεύω !!!

Ναυτίλος του Διαδικτύου είπε...

Elements TV:

Χαίρομαι που σου άρεσε και σε ταξίδεψε για λίγο στον κόσμο μου. Όσο για τα «αυτοβιογραφικά» και αυτό-αναλυτικά κείμενά μου, τα γράφω γιατί με βοηθούν να ανακαλύπτω κι εγώ ο ίδιος τον εαυτό μου. :-)


Athinovio:

Παρακαλώ. Σαν μάνα που είσαι, ευελπιστώ πως βρήκες/ένοιωσες λίγη δικαίωση στο κείμενό μου.


Mailo®:

Χαίρομαι που σου άρεσε το κείμενο φίλτατε· γράφτηκε εν θερμό και με ειλικρίνεια.
Μιάς και μοιραζόμαστε το ίδιο «χάρισμα-κατάρα», ως τι θα το κατέτασσες: Χάρισμα ή Κατάρα (ή και τα δυό μαζί, ανάλογα με την περίπτωση;)
Όσο για την φωτό, να ξεκαθαρίσω πως δεν είναι δική μου αλλά έλληνα δημιουργού και την αλίευσα στο διαδίκτυο στο www.deviantart.com
:-)